URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Παντελής Κακολής – Ακούραστος εργάτης του πνεύματος

της Βέρας Κοσμά

Παντελής Κακολής – Ακούραστος εργάτης του πνεύματος

Παντελής Κακολής, 83 ΕΤΩΝ, ΛΙΟΠΕΤΡΙ

Ο Παντελής Κακολής αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση πνευµατικού ανθρώπου. Το έργο του καλύπτεται από ποιητικές συλλογές και µελέτες. Έχει στο ενεργητικό του αξιοζήλευτες διακρίσεις για το πνευµατικό του έργο και ουκ ολίγες φορές µεγάλα κανάλια, όπως το BBC και το Channel Four, παρουσίασαν αφιερώµατα για τη ζωή και το έργο του.

O Παντελής Κακολής δεν είναι µόνο ένας αξιόλογος και ευαίσθητος ποιητής, αλλά και ένας σεµνός και αθόρυβος πνευµατικός άνθρωπος. Είναι επίσης, ζωντανή απόδειξη πως ο άνθρωπος που αγαπά τα γράµµατα και τον τόπο του, δεν παίρνει ποτέ σύνταξη. Κι όταν έλθει η συνταξιοδότηση, απλώς διαθέτει περισσότερο χρόνο για την έρευνα και τη συγγραφή σηµαντικών ιστορικών και λαογραφικών δοκιµίων και ποιηµάτων. Είχα την τύχη να τον συναντήσω στο σπίτι του όπου µε φιλοξένησε για τη συνέντευξη. Ευγενικός, άµεσος και εγκάρδιος, µου ξεδίπλωσε τη ζωή του από τα παιδικά χρόνια στο Λιοπέτρι, αλλά και τα χρόνια που πέρασε στην Αγγλία.

Η ιστορία του Παντελή Κακολή ξεκινά στις 12 ∆εκεµβρίου 1933 στο Λιοπέτρι. Παιδί του Νικόλα (γνωστός Κακολής) και της Παναγιώτας έχει ακόµη τρεις αδελφούς και µιαν αδελφή. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο Λιοπέτρι δίπλα στους γονείς του που ασχολούνταν µε τη γεωργοκηπουρική. Ολοκλήρωσε το ∆ηµοτικό σχολείο του χωριού του και ακολούθως µπήκε στο «Εµπορικό Λύκειο Σιακαλλή» στο Βαρώσι για ένα µόνο χρόνο. ∆ιέκοψε όµως, για να ασχοληθεί µε τις αγροτικές δουλειές των γονιών του. Το ενδιαφέρον του για τη µάθηση δεν σταµάτησε ποτέ και ως έφηβος που αγαπούσε το βιβλίο επιδόθηκε στην αυτοµόρφωση, µε ιδιαίτερη αγάπη στην ποίηση και λογοτεχνία. «Σε µια εποχή που όλοι οι συνοµήλικοί µου ασχολούνταν µε το τσιγάρο και το τάβλι, εγώ ενδιαφερόµουν για τα πολιτιστικά. Τότε ήταν που έκανα και τις πρώτες µου απόπειρες να γράψω ποίηση. Με ερέθιζε ιδιαίτερα η κυπριακή λαϊκή ποίηση».

Σε ηλικία 22 χρονών παντρεύτηκε τη συγχωριανή του Παρασκευού ,µε την οποία απόκτησαν τέσσερα παιδιά. ∆υο κόρες, τη Λούκια και την Εύα (που πέθανε σε βρεφική ηλικία) και δύο γιους, τον Γεώργιο και τον Νικόλα (που ακούει στο επίθετο του παππού του «Κακολής»). Το ανήσυχο νεανικό του πνεύµα τον έσπρωξε στην αναζήτηση της τύχης του στην ξενιτιά, που εκείνα τα χρόνια φάνταζε σαν εύκολη και προσοδοφόρα. Στις 5 Φεβρουαρίου 1956, πήρε την απόφαση και πραγµατοποίησε εκείνη τη νεανική έντονη επιθυµία του, να δει και άλλους τόπους. Έτσι βρέθηκε στην παραθαλάσσια πόλη της Αγγλίας Blackpool, που είχε πλούσιο τουριστικό ρεύµα.

Μετά από 13 περίπου µήνες, µε τη βοήθεια των εργοδοτών του, πήγε κοντά του και η σύζυγός του µαζί µε τη µικρή τους κόρη. Στο Blackpool εργάστηκε σε κουζίνα εστιατορίου και απόκτησε κάποιες γνώσεις, τόσο της δουλειάς όσο και της αγγλικής γλώσσας, που θεωρούσε αναγκαία την εκµάθησή της, για να µπορέσει να δώσει στην οικογένειά του µιαν αξιοπρεπή ζωή. Το 1957 µετοίκησε οικογενειακώς στη βιοµηχανική πόλη του Manchester. Σιγά σιγά κατάφερε να κάνει το δικό του εστιατόριο και στην πορεία να ανοίξει και δεύτερο.

Το Λιοπέτρι και η τοπική παράδοσή του, ήταν πάντα στην καρδιά του και τίποτε απ’ όσα άκουε κι απ’ ό,τι έβλεπε δεν ήταν αρκετά, ώστε να τον κάνουν να τ’ αγαπήσει σε βαθµό που να ξεχάσει τις παιδικές του θύµησες και τις λαχτάρες της ζωής του Λιοπετρίου.

Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο η νοσταλγία ζωντάνευε τις θύµησες. Αυτό το παράξενο, αλλά επίµονο κι όµορφο αίσθηµα, τον ενέπνευσε και µια µέρα, που η καρδιά συνάντησε το µυαλό, τον έσπρωξαν στο ακόλουθο εκφραστικό λακωνικό δίστιχο:

«Σαν λάµπουν πασ’ στον ουρανόν οπλιά τζιαι ποαλέτριν
έτσι θωρώ πάνω στην γην εγιώ το Λιοπέτριν»

Το παραθέτουµε και σε αγγλική µετάφραση, που έκανε ο ίδιος:

«Like Ursa and plough constellations glare in the sky
that’s how I see on earth Liopetri to shine»

Με αυτού του είδους λακωνικής ποιητικής έκφρασης µεγάλωσε ανάµεσα στους ατρόµητους γίγαντες της λαϊκής ποίησης, που κατά τα παιδικά του χρόνια στο άκουσµα των ονοµάτων Τταπάκκος, Ξιαξιούρης, Κολοκάσης, Κούβαρος και Ττάκκας, υποκλίνονταν όχι µόνο οι Λιοπετρίτες, αλλά όλοι οι κοκκινοχωριάτες λαϊκοί ποιητές. Φυσικό ήταν να µεταφέρει στην ξένη γη αυτή τη σπίθα της ποιητικής έκφρασης. Μεγαλύτερη ακόµη επίδραση δεχόταν από το γεγονός ότι τόσο η µητέρα του, όσο και ο πατέρας του εκφράζονταν συχνά µε ποιητικούς στίχους. Έτσι δεν δίσταζε κάθε φορά που αισθανόταν µιαν ψυχικήν έξαρση, να εκφράζεται ποιητικά µε τον παραδοσιακό δεκαπεντασύλλαβο στίχο.

Τα πρώτα του ποιήµατα δεν τα διέσωσε, γιατί δεν ήξερε την αξία τους. Τα έγραφε για να σατιρίζει συµπατριώτες του που εργάζονταν µαζί του στις διάφορες κουζίνες εστιατορίων.

Το 1967 είχε την τύχη να γνωρίσει έναν κύκλο ανθρώπων που τον ενεθάρρυναν να γράφει πιο προσεκτικά, να επιλέγει θέµατα κοινού ενδιαφέροντος και όσα έγραφε να τα φυλάγει για αξιολόγηση.

Έτσι, το 1967 ο τότε ανταποκριτής της έγκριτης κυπριακής εφηµερίδας «Ελευθερία», κ. Χάρης Μεττής, δηµοσίευσε µια κριτική για την ποίησή του και από τότε ακολούθησαν γνωριµίες µε ανθρώπους των γραµµάτων, όπως τους αείµνηστους Φρίξο Πετρίδη, Κύπρο Χρυσάνθη και άλλους. Η παροικιακή εφηµερίδα του Λονδίνου «Το Βήµα» φιλοξένησε διάφορα ποιήµατά του και σε κάποιο διαγωνισµό ποίησης τον βράβευσε µε το πρώτο βραβείο. Στη συνέχεια, έγραφε για πάνω από δέκα χρόνια στην εβδοµαδιαία εφηµερίδα του Λονδίνου «Παροικιακή» µια καθιερωµένη σάτιρα, που πάντα αποτελείτο από τρία ζευγαρωτά δίστιχα. Ποιήµατα του φιλοξενήθηκαν στα λογοτεχνικά περιοδικά της Κύπρου «Επιθεώρηση Λόγου και Τέχνης» και «Πνευµατική Κύπρος». Κατά τις διάφορες ολιγοήµερες επισκέψεις του στην Κύπρο τον παρουσίαζαν τα Ραδιοτηλεοπτικά µέσα επικοινωνίας του ΡΙΚ και του Λόγου. Στην ξενιτιά, στο Manchester, ανέπτυξε µια πλουσιότατη δράση για ενηµέρωση Άγγλων Βουλευτών και άλλων για τις θέσεις µας στο Κυπριακό. Ήταν ο πρώτος εισηγητής για παροικιακή εκπαίδευση και κύριο στέλεχος για την ίδρυση και λειτουργία του παροικιακού σχολείου της Ελληνικής Αδελφότητας Manchester, της οποίας διετέλεσε, εκτός από Πρόεδρος για αρκετά χρόνια, δραστήριο µέλος στο διοικητικό συµβούλιο.

Το 1983 τιµήθηκε από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας µε τον χρυσό σταυρό για τη δράση του και τις ενέργείες του προς όφελος της οµογένειας. Μελετούσε διάφορα λογοτεχνικά βιβλία και κείµενα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, µε ιδιαίτερο µεράκι στην κυπριακή λαϊκή ποίηση. Συνεργάστηκε µε τον ∆ρα Κωνσταντίνο Γιαγκουλλή, ο οποίος εκείνα τα χρόνια ασχολείτο µε τη µελέτη και καταγραφή έργων λαϊκών ποιητών. Ανάµεσά τους, τον επέλεξε και αυτόν και το 1978 προχώρησαν στην έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής σε 47 σελίδες µε τίτλο: «Τα φύλλα της καρκιάς µου». Ακολούθησε µια δεύτερη ποιητική συλλογή σε 92 σελίδες, µε τίτλο «Το άλφα τζιαι το βήτα». Το 1983 εξέδωσε την τρίτη κατά σειρά ποιητική συλλογή µε δύο µόνο σατιρικά αφηγηµατικά ποιήµατα σε είκοσι δύο σελίδες, µε τίτλο «Λόγια τζιαι φυγούρες». Στα ποιήµατα σκιτσογράφησε εκφραστικότατες εικόνες ο φίλος του καλλιτέχνης, Γιώργος Νικολαΐδης.

Εκείνη τη χρονιά το BBC World Service παρουσίασε συνεντεύξεις του και διάφορα ποιήµατά του. Το νερό µπήκε στ’ αυλάκι και το εθνικό τηλεοπτικό κανάλι Channel Four παρουσίασε ένα αφιέρωµα σαράντα λεπτών για τη ζωή και το έργο του, το οποίο πρόβαλε στο εθνικό τους δίχτυο στις 13.7.1983 και άφησε άριστες εντυπώσεις. Το 1984 κυκλοφόρησε την τέταρτη ποιητική του συλλογή σε αγγλική µετάφραση, για να βοηθήσει τα παιδιά της δεύτερης και τρίτης γενεάς µεταναστών που δεν καταλάβαιναν την ελληνική γλώσσα, σε 70 σελίδες, µε τίτλο «Κοµµάτιν που τον κόσµον µου – Part of my cosmos».

Την πέµπτη ποιητική του συλλογή την κυκλοφόρησε το 1995 και πάλι σε αγγλική µετάφραση σε 240 σελίδες, µε τίτλο «Στη µέση δκυο πολιτισµών – Between two cultures». Το 1996 ήταν η χρονιά που πήρε τη µεγάλη απόφαση για επαναπατρισµό. Όταν µε το καλό εγκαταστάθηκε στο χωριό, ανέπτυξε µια πλούσια δράση στα πολιτιστικά δρώµενα. Εντόπισε τις διάφορες οργανωτικές αδυναµίες των οργανωµένων συνόλων, που αναλάµβαναν τις λίγες πολιτιστικές και εθνικές γιορτές και προσφέρθηκε να βοηθήσει στην αναβάθµισή τους. Η προσφορά του έγινε αποδεχτή και όλοι µαζί πέτυχαν µια σηµαντική πρόοδο, µε αποτέλεσµα οι διάφοροι επίσηµοι επισκέπτες και απλοί άνθρωποι να εκφράζονται µε σεβασµό και θαυµασµό. Το τότε Συµβούλιο Βελτιώσεως (σήµερα Κοινοτικό Συµβούλιο) του πρότεινε την τιµητική θέση του πολιτιστικού συµβούλου, την οποία και αποδέχτηκε και από τότε προσφέρει εθελοντικά και αφιλοκερδώς στην κοινότητά του. Το 1999 περισυνέλεξε, αξιολόγησε και κατέγραψε όσα σκόρπια ποιήµατα και τραγούδια κυκλοφορούσαν ανάµεσα στους κατοίκους, τόσο του Λιοπετρίου όσο και των γύρω κοινοτήτων, που είπαν κατά καιρούς οι διάφοροι Λιοπετρίτες λαϊκοί ποιητές. Το συσσωρευµένο ποιητικό έργο το έθεσε υπόψη του Κοινοτικού Συµβουλίου, µε την παράκληση να εκδοθεί σε βιβλίο µε δική τους χορηγία. Αυτό έγινε και κυκλοφόρησε µε τίτλο «Ξόµπλια του νου τζιαι της καρκιάς», σε 208 σελίδες.

Το 2001 κυκλοφόρησε µια νέα, την έκτη κατά σειρά ατοµική ποιητική συλλογή, µε τίτλο «Οι θεµελιοί να γλεπηθούν» σε 70 σελίδες. Το 2003, ύστερα από τέσσερα χρόνια πολύπλοκης και κοπιώδους έρευνας, παρουσίασε σε βιβλίο 657 σελίδων, µε τίτλο «ΤΟ ΛΙΟΠΕΤΡΙ», το ιστορικό του Λιοπετρίου και το γενεαλογικό του δέντρο από το 1825-2002, µε χορηγία του Κοινοτικού Συµβουλίου και των πολιτιστικών υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισµού. Αυτή είναι µια ιστορική έρευνα, που πιστεύει ότι θα είναι χρήσιµη και επίκαιρη για τη ζωή του χωριού του και θα µπορεί να αποτελεί τη βάση για µελλοντικές έρευνες και µελέτες. Σε όλο αυτό το διάστηµα έβρισκε την ευκαιρία και έγραφε ποίηµατα, τα οποία συγκέντρωσε και παρουσιάζει στην παρούσα ποιητική συλλογή, που τιτλοφορεί «Με γνήσιον προζύµιν».

Το ποιητικό έργο του Παντελή Κακολή κρίθηκε ως άξιο αναγνώρισης από τον όµιλο της UNESCO Νοµού Πειραιώς και Νήσων γι’ αυτό και στις 12 ∆εκεµβρίου 2012 εκπρόσωπός της επισκέφτηκε τη γενέτειρα του ποιητή και σε ειδική εκδήλωση του απένειµε το Χρυσό Μετάλλιο τιµής «για την προσφορά του στα Ελληνικά γράµµατα». Αυτή η διάκριση για τον ίδιο ήταν και η πιο σηµαντική αφού όπως µας λέει: «Για να σε τιµήσουν από τέτοιο οργανισµό, µάλλον, κάτι πρέπει να κάνεις καλά».

Στις 18 Σεπτεµβρίου 2013 ο Παντελής Κακολής παρουσίασε στο “σπίτι της Κύπρου”, στην Αθήνα, µε χορηγία των πολιτιστικών υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισµού, τη νέα του ποιητική συλλογή «ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ» σε 243 σελίδες ερωτικών τραγουδιών σε διάφορες στιχουργικές τεχνοτροπίες και µε αντίστοιχη εικονογράφηση από τον εξαίρετο αυτοδίδακτο καλλιτέχνη, τον αξέχαστο νεαρό Γρηγόρη Τρισόκκα. Κατά την παρουσίαση αυτής της συλλογής η Εραλδική και Γενεαλογική Εταιρεία Ελλάδος τον τίµησε µε ένα πολυσύνθετο προσωπικό οικόσηµο και στις 21 Νοεµβρίου 2013 τον ενέγραψε ως ένα των εταίρων της.

Το 2013 ερεύνησε, κατέγραψε, αξιολόγησε και κυκλοφόρησε µια ποιητική Ανθολογία 38 Λιοπετριτών λαϊκών ποιητών σ’ ένα καλαίσθητο τόµο 310 σελίδων µε ποίηση και σύντοµο βιογραφικό για τον κάθε ποιητή. Η συλλογή αυτή εκτυπώθηκε µε χορηγία του Κοινοτικού Συµβουλίου Λιοπετρίου.

Ο Παντελής Κακολής συνεχίζει στα 83 χρόνια του να δηµιουργεί και να προσφέρει αφιλοκερδώς.