URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Όταν η Αστόρια ήταν άγνωστη, υπήρχε το Τάρπον Σπρίνγκς – Του Χρίστου Κυριάκου

Όταν η Αστόρια ήταν άγνωστη, υπήρχε το Τάρπον Σπρίνγκς – Του Χρίστου Κυριάκου

( … ) έτσι, ο πρώην κυβερνήτης της Αριζόνας (των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής) Άνσον Π.K. Σάφορντ, ίδρυσε το Τάρπον Σπρίνγκς.

Η πόλη ιδρύθηκε το 1876, κοντά στις όχθες του ποταμού Άνκλοτ στη πολιτεία της Φλόριδας. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν μερικοί ψαράδες. Με τα χρόνια η πόλη άρχισε να μεγαλώνει.

Το 1889, ο τραπεζίτης Τζον Τσένι, κάτοικος του Τάρπον Σπρίνγκς, θα μαγευτεί από ένα μάτσο ψαράδες που έβγαζαν σφουγγάρια, από ρηχά νερά, με την βοήθεια καλαμιών. Στην άκρη τους είχαν γάντζους. Ο Τζον, ενθουσιασμένος,  αποφάσισε να φέρει την τέχνη αυτή στο Τάρπον. Τα πράγματα δεν πήγαν όμως όπως τα φαντάστηκε, αφού τα νερά εκεί, ήταν πολύ βαθιά με αποτέλεσμα τα καλάμια να μην φθάνουν.

Ο Τζον Τσένι θα ψάξει να βρει λύση στο πρόβλημα. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1904, αποφασίζει να προσλάβει για συνεργάτη του τον Ιωάννη Κόκκορη, από το Λεωνίδιο της Κυνουρίας. Ο Ιωάννης, καταγόταν από φημισμένη οικογένεια σφουγγαράδων. Την εν λόγω εποχή κατοικούσε στην Νέα Υόρκη. Μόλις “πάτησε πόδι” ο Ιωάννης, στο Τάρπον Σπρίνγκς, συνειδητοποίησε τον πλούτο του βυθού. Χωρίς να χάσει καιρό του πρότεινε να φέρουν μηχανήματα και έμπειρους δύτες από την Ελλάδα. Στην αρχή ο Τζον φάνηκε λίγο δισταχτικός αλλά ο Ιωάννης θα τον πείσει. Θα του εξηγήσει για την ειδική στολή που είχαν, το σκάφανδρο, όπου μπορούσαν να μένουν περισσότερη ώρα κάτω στον βυθό. Το 1905, κατέφθασαν στο Τάρπον Σπρίνγκς οι πρώτοι ψαράδες από την Ελλάδα. Όλοι από τα Δωδεκάνησα, αλλά κυρίως απ’ την Κάλυμνο. Μαζί τους έφεραν τον κατάλληλο εξοπλισμό αλλά και την τέχνη τους. Ο Τζον επένδυσε λεφτά σε ένα καΐκι. Το ονόμασαν “Ελπίς”. Το “Ελπίς” ήδη από το πρώτο ταξίδι, απέδειξε πόσο δίκαιο είχε ο Ιωάννης όταν τον προέτρεπε να επενδύσουν στους Έλληνες δύτες.

Σ’ ένα χρόνο, το Τάρπον Σπρίνγκς άρχισε να μεταμορφώνεται, να μεγαλώνει. Δρόμοι άρχισαν να χαράσσονται. Το μικρό ψαροχώρι γίνεται πλέον ένα εμπορικό κέντρο. Οι ειδήσεις ταξίδεψαν γρήγορα μέχρι την Ελλάδα. Πολλοί σπογγαλιείς μετανάστευσαν στο Τάρπον, για μια καλύτερη ζωή. Οι Έλληνες άρχισαν να δίνουν το στίγμα τους. Άρχισαν να κτίζονται καινούργιες κατοικίες, με κυρίαρχο χρώμα το μπλε. O δρόμος που οδηγούσε στο λιμάνι ονομάστηκε οδός “Αθηνών”. Δυο χρόνια αργότερα, το 1907, ίδρυσαν την δικιά τους κοινότητα. Την ονόμασαν Άγιος Νικόλαος. Το 22’ θα κτίσουν και ξύλινη εκκλησία εις μνήμη του. Ο Καλύμνιος ιερέας Θεόφιλος Καραφύλης θα ήταν υπεύθυνος για την λειτουργεία της. Το 43’ θα κατεδαφιστεί αφού στον χώρο εκείνο θα ανεγερθεί ένας μεγαλοπρεπέστατος ναός. Μέχρι την δεκαετία του 50’ το Τάρπον δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από μια Ελληνική πόλη. Απαριθμούσε 3,000 Έλληνες, ιδιόκτητο σχολείο, αλλά και διάφορους οργανωμένους φορείς  που κρατούσαν τις παραδόσεις ζωντανές.

Η σπογγαλιεία είχε και αυτή τα σκαμπανεβάσματα της. Δεν ήταν πάντοτε όλα ρόδινα. Η δεκαετία μεταξύ 47’ με 57’ ήταν χάλια για τους σφουγγαράδες του Τάρπον. Άγνωστης μορφής αρρώστια κατέστρεφε την σοδειά. Η λύση ήταν να εισάγουν σφουγγάρια από την Ελλάδα. Το αντίθετο συνέβη το 86’, αφού στην Μεσόγειο η αρρώστια κατέστρεφε τα σφουγγάρια. Σφουγγαράδες από τα Δωδεκάνησα, κυρίως, εισήγαγαν από το Τάρπον μεγάλες ποσότητες σφουγγαριών για να ικανοποιήσουν την ζητούμενη αγορά.

Πέραν όλης της δουλειάς και του εμπορίου, που άνθιζε τις τότε εποχές, υπήρχαν βέβαια και οι θάνατοι. Κανείς δεν γνώριζε αν θα ερχόταν σώος και αβλαβής απ’ το ταξίδι. Ειδικότερα το καλοκαίρι, που υπήρχαν τα μεγάλα ταξίδια, πολλοί δεν έρχονταν ποτέ πίσω. Υπήρχαν οι “σκασμένοι”, δηλαδή αυτοί που πέθαιναν από ασφυξία μέσα στο σκάφανδρο αλλά και οι “πιασμένοι”, αυτοί που έμενα παράλυτοι. Όλοι έπρεπε όμως να γυρίσουν πίσω τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου. Κανείς δεν έπρεπε να λείπει από την γιορτή του Αγίου Νικολάου. Όλοι τους περίμεναν με ανυπομονησία. Κάθε καΐκι που έμπαινε στο λιμάνι κτυπούσαν και την καμπάνα.

Πλέον, το Τάρπον Σπρίνγκς είναι μια γλυκιά ανάμνηση. Πολλοί λίγοι Έλληνες έμειναν στο επάγγελμα αυτό. Η σπογγαλιεία άρχισε να πεθαίνει μετά την δεκαετία του 90’και όλα δείχνουν έχει τελειώσει. Το επάγγελμα πλέον δεν μπορεί να αναθρέψει μια οικογένεια. Υπάρχουν ακόμη λίγοι ρομαντικοί που αρνούνται να αφήσουν το επάγγελμα των προγόνων τους και ζουν ακόμη με τις γλυκές αναμνήσεις των ταξιδιών. Οι περισσότεροι σφουγγαράδες επιδόθηκαν στην αλιεία επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο το ήδη επιβαρυμένο επάγγελμα. Τα τελευταία χρόνια επανεμφανίστηκαν σφουγγάρια στον βυθό και γέννησαν τις ελπίδες για επανεκκίνηση της σπογγαλιείας.

Πληροφορίες από το κείμενο προήλθαν από το ένθετο Επτά ημέρες “Καθημερινή” Αύγουστος 1994

 

oct052013Tarpon Springs 008spongedockSpongeDocks_MapSpongeorama's_Sponge_Factory_(Tarpon_Springs,_Florida)_01Tarpon_Springs_FLTarpon_Springs_statueTarpon-Springs-009Tarpon-Springswool-and-yellow-sponges