URBAN.CULTURE.MAGAZINE

On the road – letter from the editor

του Ζανέττου Λουκά

On the road – letter from the editor

Ο τίτλος ανήκει στον Τζακ Κέρουακ, αλλά η ιστορία είναι προσωπική.
Είναι κατάθεση ψυχής µε το µεγαλύτερο ηθικό δίδαγµα που θα µπορούσα να πάρω.

Τη χρονιά 2007 βρισκόµουνα στην πόλη Μόµπιλ της πολιτείας Αλαµπάµα των Ηνωµένων Πολιτειών, κατά τη διάρκεια των σπουδών µου. Βρισκόµουνα στα µέσα της φοιτητικής µου ζωής και αναζητούσα συνεχώς τρόπους, ώστε να αποκτήσω περισσότερες εµπειρίες και γνώσεις, όσον αφορά τον τοµέα που φοιτούσα. Ενοικιάζαµε δύο µεγάλα σπίτια το c70 και το c72, τα οποία ήταν ενωµένα µεταξύ τους. Μέσα σε αυτά έµενα µε τους προηγούµενους συγκάτοικούς µου τον Τόλι, τον Παύλο, τον Μάριο τον Τόνυ και τον Ζάκο, οι οποίοι είχαν ήδη τελειώσει τις φοιτητικές τους υποχρεώσεις και είχαν φύγει ένας – ένας για την Κύπρο. Στο Μόµπιλ απέµεινα εγώ και ο τελευταίος συγκάτοικός µου ο Ζάκος, ο οποίος σύντοµα θα έφευγε.

Αποφάσισα εκείνη τη χρονιά ότι θα έπρεπε να κάνω ένα πιο µεγάλο βήµα στην ακαδηµαϊκή µου ζωή και να συνεχίσω τις σπουδές µου µετακοµίζοντας στη Νέα Υόρκη, “τη µέκκα” του µάρκετινγκ, του ντιζάϊν και της διαφήµισης.

Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου είχα µαζέψει όλα τα προσωπικά µου αντικείµενα από το σπίτι που έµενα και τα τοποθέτησα σε ένα φορτηγό ενοικίασης µήκους 12 µέτρων, για να µετακοµίσω στη Νέα Υόρκη και συγκεκριµένα στο Μπρούκλιν. Το φορτηγό θα το παρέδιδα σε γραφείο όπου είχε εκεί η εταιρεία. Στο Μπρούκλιν είχα βρει ένα τριάρι διαµέρισµα σε µία όµορφη και ήσυχη περιοχή, όπου θα έµενα µε τις δύο καλές µου φίλες, τη Λάουρα και την Κλάρα.

Η διάρκεια της διαδροµής από το Μόµπιλ µέχρι το Μπρούκλιν θα διαρκούσε 25 ώρες. Η διαδροµή θα περιλάµβανε ευθείς δρόµους µέχρι και 8 ώρες συνεχόµενες, ψηλές αλλά και χαµηλές θερµοκρασίες ξεκινώντας από 38 βαθµούς πέφτοντας µέχρι και 7 βαθµούς κελσίου, ενώ θα διέσχιζα πολιτείες όπως Τζιόρτζια, Βόρεια Καρολίνα, ∆υτική Βιρτζίνια, Μέρυλαντ, Ντάλαγουέαρ, Πενσυλβάνια, Νιου Τζέρσευ και τέλος την πολιτεία της Νέας Υόρκης. Σύστηµα πλοήγησης (GPS) δεν υπήρχε, παρά µόνο ένας χάρτης και κάποιες οδηγίες σε έγγραφα τα οποία είχα µαζέψει και περιείχαν σηµειώσεις όπως για παράδειγµα στο τέλος του αυτοκινητόδροµου i65 στρίψε δεξιά. Μοναδική συντροφιά σε αυτό το µεγάλο ταξίδι µου ήταν ένα mp3 player, το οποίο είχα φορτώσει µε αγαπηµένα µου τραγούδια. Είχα ετοιµάσει στο µυαλό µου ένα πλάνο, το οποίο θα µε βοηθούσε να έχω µία ποιο εύκολη διαδροµή. Το πλάνο ήταν να ξυπνήσω και να φύγω τα µεσάνυχτα, έτσι ώστε να έχω φρέσκο µυαλό το βράδυ, αλλά και κατά τη διάρκεια της επόµενης ηµέρας. Επίσης δεν θα έκανα καθόλου στάση για ξεκούραση και ύπνο, παρά µόνο κάποια µικρά διαλείµµατα σε πρατήρια βενζίνης για ξεµούδιασµα. Μέσα στο φορτηγό είχα εφοδιαστεί πλήρως µε τα απαραίτητα. Αρκετά τρόφιµα, νερό και 3 – 4 σοκολάτες.

Ο δείκτης του ρολογιού µου έδειχνε 12:00 τα µεσάνυχτα και εγώ είχα ήδη ξεκινήσει το ταξίδι µου για “άλλες πολιτείες”. Αποχαιρετούσα το Μόµπιλ και τους κατοίκους του σκεπτόµενος τις ωραίες στιγµές που έζησα εκεί. Η Νέα Υόρκη ήταν µόλις λίγες ώρες µακριά και η καινούρια µου ζωή µόλις άρχιζε, φροντίζοντας ένα ακόµη όνειρό µου να γίνει πραγµατικότητα.

Το ταξίδι ήταν εξωπραγµατικό, πιο όµορφο απ’ ότι το φανταζόµουνα. Η Αµερική είναι χάρµα οφθαλµού µε το αυτοκίνητο. Η µία πολιτεία ξεδιπλωνόταν µετά την άλλη. Πέρασα από δεκάδες χωριά και πόλεις που το κάθε ένα περιείχε τη δική του ιστορία. Είδα τον ήλιο να ανατέλλει στα παγωµένα βουνά της Βόρειας Καρολίνας, τις λίµνες τους ποταµούς και τα ψηλά δέντρα του Σάρλοτ, του Ρίτσµοντ και του Γουαιόµινγκ και ένιωσα την απόλυτη ελευθερία στη µέση του πουθενά στους ατέλειωτους δρόµους του Μέρυλαντ.

Αργά το βράδυ, γυρω στις 11:00, έφθασα έξω από τους κεντρικούς δρόµους της πόλης της Νεας Υόρκης, οι οποίοι απλώνονταν σαν γιγάντιο οκταπόδι και οδηγούσαν σε διάφορες συνοικίες. Μπρονξ, Λονγκ Άϊλαντ, Μπρούκλιν και Μανχάτταν. Παντού ουρές από αυτοκίνητα. Τα περισσότερα που είχα δει στη ζωή µου. Η ζούγκλα της µητρόπολης στο µεγαλείο της. Ο χάρτης µου έγραφε ξεκάθαρα ότι θα έπρεπε να στρίψω δεξιά προς Μπρούκλιν. Λογάριαζα όµως χωρίς τον ξενοδόχο, αφού ψηλά στον πράσινο πίνακα του δρόµου έγραφε µε µεγάλα γράµµατα: “Απαγορεύεται η διέλευση σε φορτηγά. Κίνδυνος χαµηλή γέφυρα”. Ενστικτωδώς τότε, και άπειρος από τέτοιες καταστάσεις, πήρα τον επόµενο δρόµο ελπίζοντας ότι θα προσανατολιζόµουν εύκολα και θα έβρισκα τον δρόµο µου. Η ώρα πήγε 12:30 τα µεσάνυχτα. Είχε περάσει ενάµιση ώρα, όπου προσπαθούσα να βρω διέξοδο προς την καρδιά του Μπρούκλιν. Ήταν ένα χαώδες σκοτάδι που ταίριαζε γάντι σε ένα χιτσκοκικό σενάριο. Είχα ήδη εξαντληθεί µετά από τόσες ώρες οδήγησης. Το µυαλό µου βρισκόταν σε καραντίνα συνεχούς άγχους και αγωνίας προσπαθώντας µανιωδώς να βρω άκρη στο λαβύρινθο του Μπρούκλιν. Το ρολόι έγραφε 1:30 πµ. Οδηγώντας το φορτηγό µήκους 12 µέτρων στα στενά σοκάκια, είχα οδηγηθεί σε ένα επικίνδυνο µέρος, το οποίο έµοιαζε µε νέγρικο γκέτο. Τα γκέτο υπάρχουν σχεδόν σε όλες τις πόλεις των ΗΠΑ. ∆ηµιουργήθηκαν την περίοδο του 50′ από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, για να εγκλωβίσουν τους “µαύρους” που ζούσαν εκεί ως λύση στο διαχωρισµό λευκών – έγχρωµων. Το Μπρούκλιν είχε τη χειρότερη φήµη για τα γκέτο. Σπασµένα τζάµια, χαµηλοί φωτισµοί, σπρέυ στους τοίχους, παλιά αυτοκίνητα και µάτια που γυάλιζαν. Η περιέργια των ανθρώπων που µε έβλεπαν φαινόταν από µακριά. Και ο φόβος στο δικό µου πρόσωπο καλύτερα. “Τι στο διάολο θέλει ένας λευκός στις περιοχές µας”, θα διερωτήθηκαν. Ήµουν ήδη σε κατάσταση πανικού. Σταµάτησα το φορτηγό σε ένα σοκάκι. Κουράστηκα. ∆εν είχα άλλες δυνάµεις. Στα πενήντα µέτρα ήταν µία παρέα νέγρων γύρω στα 8 άτοµα ηλικίας από 25 µέχρι 35 χρονών. Βρισκόντουσαν έξω από ένα περίπτερο – ντέλι και µιλούσαν µεταξύ τους. Έµοιαζαν επικίνδυνοι. Ποιος ξέρει τι όπλα και µαχαίρια θα κουβαλούσαν και τι κακό µπορούσαν να κάνουν. Ήταν σαν µία οµάδα εξόντωσης έτοιµη να επιτεθεί στον κάθε “αράπη”, όπως αυτοαποκαλούνταν ή χειρότερα σε ένα νεαρό λευκό, όπως κακιά στιγµή εγώ! Το ρητό είναι ένα. Η ζωή σου, η ζωή µου. Είναι ο νόµος των γκέτο και από την ώρα που πατάς το πόδι σου εκεί καλείσαι να τον τηρήσεις. Απελπίστηκα. Αποφάσισα να τους ζητήσω βοήθεια. “∆ιάολε και αν µε σκοτώσουν. ∆εν πρόκειται να µε βρει ποτέ κανείς εδώ”. Σκέφτηκα ότι υπήρχαν δύο εκδοχές. Η πρώτη ήταν να µε κλέψουν και να µε σκοτώσουν αδιάζοντας ότι έχω στο φορτηγό και η άλλη είναι να µου πουν που ακριβώς βρίσκοµαι. Έπαιξα τη ζωή µου κορόνα – γράµµατα µέσα σε ένα βράδυ. Τα µάτια µου ήταν βουρκωµένα. Όµως κέρδισα.

Οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι στην πλειοψηφία έδειχναν φτωχοί, επικίνδυνοι, οπλισµένοι έτοιµοι να λυσσάξουν πάνω µου σαν µανιασµένα πίτµπουλ, πήραν ένα παλιό Λίνκολν, που το είχαν παρκαρισµένο απέναντι, µπήκαν αυτοί µπροστά, ενώ εγώ τους ακολουθούσα πίσω µε το φορτηγό και µε οδήγησαν µετά από 25 περίπου λεπτά στην ακριβή τοποθεσία έξω από το σπίτι µου. Στις 2 η ώρα το πρωί! Για τέτοια ανθρωπιά µιλάω. Έκλαψα.

Την επόµενη µέρα αγόρασα λίγα τρόφιµα και πήγα και τους τα παρέδωσα…

Μην βλέπετε µε τα µάτια, αλλά µε το µυαλό. Τα µάτια ξεγελάνε. Εγώ αντί να δω τον “άνθρωπο” είδα έναν “µαύρο”. Από εκείνη την ηµέρα έµαθα να βλέπω ανθρώπους.

Αν είσαι άντρας, γυναίκα, Έλληνας, Κύπριος, Τούρκος, Βούλγαρος, Ρούµανος, µαύρος, άσπρος, ξένος ή ντόπιος. Μουσουλµάνος, Χριστιανός, βαπτιστής ή πρoτεστάντης, γκέι, στρέιτ ή διαφέρεις για οποιοδήποτε λόγο από την πλειοψηφία της µάζας των ανθρώπων, να είσαι περήφανος του κερατά για αυτό που είσαι. Μην αλλάξεις ποτέ αυτό που είσαι, επειδή σου το επιβάλλει το σύστηµα.