URBAN.CULTURE.MAGAZINE

«Oι Γυναίκες» – της Λυδίας Βαρελά – Αναστασιάδου

«Oι Γυναίκες» – της Λυδίας Βαρελά – Αναστασιάδου

Καθισμένες σε ένα συνοικιακό ουζερί τέσσερις γυναίκες διαφορετικών ηλικιών μεταξύ τους, μια κόρη, 3 μητέρες -οι δύο ξαδέρφες και η τρίτη θεία- συζητάνε πίνοντας γράπα και τρώγοντας μεζέδες. Πιστεύεις ότι είναι μια συνηθισμένη ημέρα για αυτές τις γυναίκες, όμως δεν είναι. Βλέπεις, ανοίγεται η μία στην άλλη και μιλάει για τις ανασφάλειες, τις τρέλες, τη ζωή που ζήσανε, για τα παιδιά τους, για την κοινωνία, για το οικονομικό πρόβλημα και για την μιζέρια. Εγώ είμαι η κόρη, η ανιψιά και η εγγονή.

Έτσι όπως τις κοιτούσα αυτές τις μεγαλύτερες γυναίκες ηλικιακά από εμένα, αλλά με ψυχή έφηβου, κατάλαβα και συνειδητοποίησα πως αν θες να μείνεις για πάντα παιδί… μπορείς. Απλά βάζεις περισσότερα πράγματα στην πλάτη σου από μία σχολική τσάντα και την φορτώνεις με τα βιβλία της ζωής σου και πρόχειρα τετράδια των αναμνήσεών σου.

Κοίταξέ τες. Χαμογελάνε, γελάνε, βρίζουν, πίνουν, γλεντάνε και σκέφτονται όλα εκείνα που έκαναν κ όλα εκείνα που ενδεχομένως να κατάφερναν να κάνουν αν δεν ζούσαν σε εκείνη την συντηρητική κοινωνία με τον μόνο στόχο για την γυναίκα τότε «να βρει ένα καλό παιδί να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια».

Νοσταλγούν κ εκείνες όσα θα ήθελαν να έχουν ίσως παραπάνω, αλλά όχι όπως ένας άπληστος άνθρωπος, αλλά όπως μια γυναίκα που ήθελε να έχει κάτι διαφορετικό για να θυμάται. Όταν τους ρωτάω με τον τρόπο μου αν μετάνιωσαν για όσα έκαναν ή δεν έκαναν στη ζωή τους και οι τρείς με μια φωνή μου απαντάνε πως όχι και αυτό γιατί μπορεί να μην έκαναν τρέλες πολλές ή και να έκαναν (αυτή η θεία είναι η πιο τρελή απ’όλο μου το σόι) αλλά έκαναν παιδιά. Έδωσαν όλη τους την τρέλα και την ζωντάνια σε εκείνα και τα μεγαλώνουν με όση ακόμη τρέλα θα μπορούσε να έχει ένας άνθρωπος στην ηλικία των πενήντα.

Νιώθω το βλέμμα τους και τα μάτια τους να αλλάζουν όταν μιλάνε για την έφηβη και την νεαρή τους ηλικία αλλά θετικά. Νοσταλγικά. Με μια χαρμολύπη δυνατή. Διότι έχουν αποδεχθεί τα λάθη τους και τα άφησαν πίσω. Και αυτό γιατί είναι άνθρωποι με μεγάλη καρδιά και δύσκολους σταυρούς που πραγματικά πιστεύω πως μόνο εκείνες ξέρουν πως τους σήκωσαν. Άλλα χρόνια εκείνα. Ποιο «μικρά», πιο «περίπλοκα». Ίσως και πιο ανούσια αν με ρωτάς. Αλλά ήταν επαναστάτριες. Η κάθε μία με τον τρόπο της. Η θεία μου για παράδειγμα, ήταν (και είναι εδώ που τα λέμε) από τις πιο δυναμικές γυναίκες έτσι όπως την περιγράφουν οι άλλοι. Με μια λέξη «η διαφορετική». Η μεγαλύτερη θεία μου, ήταν η πιο γλυκιά αλλά την έχει ζήσει κ αυτή την ζωούλα της, το βλέπω στα μάτια της. Και η μητέρα μου ήταν, είναι και θα είναι η ήρεμη δύναμη για εμένα. Διότι με όσα κακά και όσα όμορφα έχει περάσει στη ζωή της, δεν έπαψε στιγμή να χαμογελάει. Αυτό μου δίνει κουράγιο κ εμένα για να πω πως «όλα μπορούν να γίνουν τελικά» τα κατάφεραν εκείνες; Θα τα καταφέρω κ εγώ.

Όμως βλέπετε όλες αυτές οι αρκετά διαφορετικές γυναίκες έχουν μια κοινή συνισταμένη: Τα παιδιά τους. Και μιλάνε όλες τους για μια υπερηφάνεια, για μια αγάπη ανιδιοτελή που μόνο αν είσαι μάνα εσύ που το διαβάζεις ή αν πρόκειται αν γίνεις μπορείς και να καταλάβεις γιατί πράγμα ακριβώς σου μιλάω. Ένα χαμόγελο του τύπου «για τους άλλους ίσως και να μην πέτυχα τίποτα στη ζωή μου, για εμένα όμως πέτυχα, διότι έχω έναν άνθρωπο σε αυτόν τον κόσμο, που αγαπώ όσο τίποτε άλλο. Όσο κανένα άψυχο υλικό και κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου». Σημαντικό και το κεραμίδι, δε λέω, καθώς εγώ μιλάω μέσα από την ζεστασιά του σπιτιού μου και το πληκτρολόγιο του υπολογιστή μου, όμως πιστεύω ειλικρινά, πες με ρομαντική και επιπόλαια, αλλά πιστεύω ειλικρινά πως η αγάπη μπορεί να κάνει θαύματα.

Αν λοιπόν πιστεύεις πως ξέρεις την μητέρα σου καλά, πως την έχεις μάθει με τα χρόνια, έχω να σου πω, πως εγώ δε γνωρίζω την μητέρα μου τόσο καλά. Και αυτό γιατί, κάθε φορά μαθαίνω και κάτι καινούριο για εκείνη. Βλέπεις, μητέρα –απ’ ότι μου είπαν και απ’ότι κατάλαβα μέσα σε αυτές τις λίγες ώρες- είναι ο άνθρωπος που με το που γεννιέσαι πάει πίσω τον εαυτό της. Δεν υπάρχει «εγώ» υπάρχει «το παιδί μου». Γι’αυτό θα ήθελα σε παρακαλώ πολύ, να κάνεις μια κουβέντα με την «μαμά» και να την ρωτήσεις κάτι από τα παλιά… κ εκεί θα δεις μια άλλη «μαμά» που-για δες- είναι άνθρωπος και αυτή. Έχει πληγωθεί, έχει γελάσει, έχει αποτύχει, έχει επιτύχει, έχει βρεθεί σε αδιέξοδα, όμως πάντα μα πάντα έχει έναν απίστευτο τρόπο να χαμογελάει, να σου κρατάει το χέρι και να σου λέει πως «όλα θα πάνε καλά».

Φωτογραφία: Άννα Βαρελά

Λυδία Βαρελά –  Αναστασιάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και τελείωσε τη σχολή της γραφιστικής. Με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ανήσυχο πνεύμα άρχισε να ανακαλύπτει πως το να γράφει τις εμπειρίες της, τα συναισθήματά της και τις σκέψεις της, σε ένα κομμάτι χαρτί, την έκανε να νιώθει ελεύθερη. Έτσι αποφάσισε να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό της και στους αναγνώστες του περιοδικού vantage να νιώσουν ελεύθεροι μαζί.