URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Ο “Ντιέγκο” της Ελλάδας χορεύει ακόμη

του Χρίστου Κυριάκου

Ο “Ντιέγκο” της Ελλάδας χορεύει ακόμη

Ίσως ο πιο χαρισµατικός και πληθωρικός παίχτης που πέρασε από τα ελληνικά γήπεδα. Ο Βασίλης Χατζηπαναγής ήταν ο Μαραντόνα των Ελλήνων. Και ας είχε καταγωγή από την Κύπρο.

Μετά τη λήξη του Β’ παγκόσµιου πόλεµου, στην Ελλάδα ξέσπασε ο εµφύλιος που επέφερε τεράστιες απώλειες για το ελληνικό έθνος, αφού κράτησε από το 1946 µέχρι το 1949, ασχέτως πως οι απαρχές του ήταν πριν το 1946. Αντιµέτωποι στον πόλεµο ήταν οι δυνάµεις του Ελληνικού στρατού ενάντια στον ∆ηµοκρατικό στρατό, που ήταν υπό τον έλεγχο του Κουµουνιστικού Κόµµατος Ελλάδας (Κ.Κ.Ε.).

Το Κ.Κ.Ε., όταν ένιωσε πως η πλάστιγγα έγερνε από την απέναντι µεριά, προς τα τέλη του 1948 αρχές του 1949, σε µια ύστατη προσπάθεια να “σώσει” τον πόλεµο, έκανε έκκληση προς διάφορες κατευθύνσεις για εθελοντές. Αυτή η έκκληση, έφερε αποτελέσµατα, αφού πολλοί εθελοντές από Αίγυπτο, Αµερική αλλά και την Κύπρο, έδωσαν το παρόν τους στο πλευρό του ∆ηµοκρατικού στρατού.

Από την Κύπρο πήγαν δεκάδες άτοµα, µε αξιοσηµείωτη αναφορά τον Βάσο Βασιλείου, πατέρα του πρώην προέδρου της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας, Γιώργου Βασιλείου, όπου πήγε στον εµφύλιο το 1949, προσφέροντας ιατρική βοήθεια ως οφθαλµίατρος. Μαζί µε τους άλλους Κύπριους, πήγε και ο Κυριάκος Χατζηπαναγής, πατέρας του ένδοξου Βασίλη Χατζηπαναγή, που ήταν κάτοικος της Μακράσυκας Αµµοχώστου.

Ο εµφύλιος, που τελείωσε επίσηµα τον Οκτώβρη του 1949, άφησε πίσω του µυριάδες προβλήµατα για το ελληνικός έθνος, αλλά και χιλιάδες πολιτικούς πρόσφυγες, που κατέφυγαν σε διάφορες χώρες της Σοβιετικής Ένωσης. Στη µακρινή Τασκένδη, του σηµερινού Ουζµπεκιστάν, είχαν καταφύγει ο Βάσος Βασιλείου και ο πατέρας του Βασίλη Χατζηπαναγή.

Ο Βασίλης Χατζηπαναγής, που γεννήθηκε στην Τασκένδη στις 26 Οκτωβρίου του 1954, από µικρός ασχολήθηκε µε το ποδόσφαιρο, παίζοντας µπάλα στην τοπική οµάδα της Τασκένδης, τη ∆υναµό (Dinamo Tashkent). Στη ∆υναµό θα αγωνιστεί µέχρι το 1972, αφού εκείνη τη χρονιά, η άλλη οµάδα της Τασκένδης, η Παχτακόρ (FC Pakhtakor Tashkent), εντυπωσιασµένοι από το ταλέντο του Βασίλη, αποφασίζουν να τον εντάξουν στο δυναµικό τους.

Προτού συνεχίσω την ιστορία, για τον άσσο των ελληνικών γηπέδων, θα πρέπει να αναφέρω ένα πολύ σηµαντικό γεγονός στη ζωή του Χατζηπαναγή, που έκρινε πολλά στη µετέπειτα καριέρα του. Το 1971, έναν χρόνο πριν τη µεταγραφή του στην Παχτακόρ, οι γονείς του έδωσαν την συγκατάθεση τους, ώστε ο Βασίλης να πάρει τη Σοβιετική υπηκοότητα, προκειµένου να µπορεί να αγωνίζεται στις µικρές οµάδες της Εθνικής, κάτι που, όπως είπε και ο ίδιος, του στοίχισε πάρα πολλά.

Στην Παχτακόρ Τασκένδης, ο Χατζηπαναγής κάνει τρελά πράγµατα µε την µπάλα, κάνοντας τους δηµοσιογράφους να παραµιλούν. Το 1974 µάλιστα, θα ανακηρυχτεί δεύτερος καλύτερος παίκτης στη θέση του, αριστερός πλάγιος µέσος, πίσω από τον θρυλικό Oleh Blokhin. Εκεί, θα µείνει για 3 χρόνια, έχοντας 96 συµµετοχές, 22 γκολ και αµέτρητες ασίστ. Με τη φανέλα της Σοβιετικής Ένωσης θα αγωνιστεί 25 φορές συµπεριλαµβανοµένων των συµµετοχών τόσο στην Εθνική νέων όσο και στην Ολυµπιακή αποστολή.

Η πρώτη κρούση από ελληνική οµάδα, ήρθε από τον Ολυµπιακό Πειραιώς, που ήθελε να τον αγοράσει, αλλά τα πράγµατα δεν ήταν σαν σήµερα. Η Σοβιετική Ένωση δεν επέτρεπε την πώληση ποδοσφαιριστών, έτσι αν κάποιος ήθελε να φύγει από τη Σοβιετική Ένωση και να αγωνιστεί σε οµάδες εκτός, θα έπρεπε να επαναπατριστεί. Αυτή τη λεπτοµέρεια εκµεταλλεύτηκε ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης, που “χρησιµοποίησε” τη γιαγιά του Βασίλη Χατζηπαναγή, που διέµενε στη Θεσσαλονίκη, προκειµένου να τον κάνει δικό της, πράγµα που το κατάφερε, αφού τον έπεισε και υπέγραψε διετές συµβόλαιο. Προτού όµως έρθει στην Ελλάδα, η οµάδα του Χατζηπαναγή, η Παχτακόρ, αντιµετώπισε τη ∆υναµό Κιέβου (FC Dynamo Kyiv) που την τότε εποχή µεσουρανούσε, αφού είχε πάρει το κύπελλο UEFA αλλά και το Super Cup Ευρώπης, νικώντας µάλιστα τη Μπάγερν Μονάχου (Bayern Munich) του Franz Beckenbauer. Στο συγκεκριµένο µατς, που διεξήχθη στις 17 Οκτωβρίου του 1975, λίγες µέρες πριν έρθει στην Ελλάδα, ο Βασίλης Χατζηπαναγής “τους νίκησε µόνος του” 5-0, αφού σκόραρε το εναρκτήριο γκολ και έδωσε άλλες 4 ασίστ.

Ο Χατζηπαναγής πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα, για πρώτη φορά, στις 22 Νοεµβρίου του 1975, στο σιδηροδροµικό σταθµό της Θεσσαλονίκης. Εκεί, τον περίµεναν άνω των 1000 φιλάθλων, που ήθελαν να τον δουν από κοντά αλλά και η γιαγιά του, που τον έβλεπε για πρώτη φορά . Όλοι γνώριζαν πως πρόκειται για έναν παικταρά, αλλά κανείς δεν µπορούσε να καταλάβει το µέγεθος.

Στην Ελλάδα ο Χατζηπαναγής θα κάνει “πράγµατα και θάµατα” µε την µπάλα, τρελαίνοντας το ελληνικό ποδοσφαιρόφιλο κοινό. Πολύ γρήγορα µάλιστα, ο δηµοσιογράφος και πρώην βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Λιανής, δικαίως τον χαρακτήρισε ως “Νουρέγιεφ των γηπέδων”, αφού όπως έγραφαν οι εφηµερίδες, αυτός δεν έπαιζε µπάλα αλλά χόρευε στο γήπεδο. Πέραν αυτού του χαρακτηρισµού, ο κόσµος συνήθιζε να λέει χαριτολογώντας διάφορα, όπως για παράδειγµα ότι µπορεί να ντριµπλάρει µέσα σε τηλεφωνικό θάλαµο ή ότι δεν τον γέννησε µάνα αλλά µπάλα!

Ο Χατζηπαναγής θα αγωνιστεί στην Ελλάδα για 16 συναπτά έτη, αφήνοντας πίσω του πλούσια παρακαταθήκη. ∆υστυχώς, οι καταστάσεις δεν τον άφησαν να εξελιχθεί όπως θα έπρεπε, αφού το διετές συµβόλαιο που υπέγραψε τότε, αποδείχτηκε ότι ήταν ισόβιο. Όπως εξοµολογήθηκε σε διάφορες εκποµπές: “Τα συµβόλαια, την τότε εποχή, ήταν απάνθρωπα.”

Ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης, παρόλο που δέχθηκε πάµπολλες φορές πλουσιοπάροχες προτάσεις από διάφορες οµάδες, προκειµένου να πωλήσει τον Χατζηπαναγή, ουδέποτε υπέκυψε, αφού ο κόσµος τον λάτρευε και δεν ήθελε µε τίποτα να φύγει από την οµάδα. Άξιο αναφοράς στην καριέρα του, µε τα χρώµατα του Ηρακλή, ήταν πως δεν είχε καµία συµµετοχή σε Ευρωπαϊκό αγώνα, παρά µόνο στο τελευταίο του παιχνίδι, στις 26 Οκτωβρίου του 1990, ανήµερα των 36ων γενεθλίων του, όταν αγωνίστηκε µε την Valencia (Βαλένθια) Ισπανίας για το κύπελλο UEFA.

Το µεγαλύτερο παράπονο του Χατζηπαναγή ήταν ότι δεν κατάφερε ποτέ να αγωνιστεί µε τα χρώµατα της Εθνικής Ελλάδος, που τόσο πολύ επιθυµούσε, αφού πρόλαβε και αγωνίστηκε πρώτα µε τη Σοβιετική Ένωση. Αν και, όπως δηλώνει ο ίδιος αυτό ήταν εφικτό, πέραν των υπαρχουσών νοµοθεσιών, πιθανών να πλήρωνε το ιδεολογικό φρόνηµα που είχε ο πατέρας του. Για την ιστορία να αναφέρω πως ο Χατζηπαναγής φόρεσε για δύο φορές τη φανέλα µε το εθνόσηµο, µια σε φιλικό µε την Εθνική Ελπίδων, στις 3 Μαρτίου το 1976 µε αντίπαλο τη Βουλγαρία και άλλη µια, στα 45 του χρόνια, στις 14 ∆εκεµβρίου το 1999, σε φιλικό που έγινε προς τιµή του µε την Γκάνα.

Αν και η καριέρα του δεν υπήρξε αντάξια των δυνατοτήτων του, αφού αν έπαιζε στην Ευρώπη θα µιλούσαµε σήµερα για τον Έλληνα Maradona, εντούτοις η αξία του ανταµείφθηκε µε µια συµµετοχή στη Μικτή Κόσµου, στις 22 Ιουλίου το 1984, απέναντι στην Αµερικάνικη οµάδα New York Cosmos, στα πλαίσια ενός φιλανθρωπικού αγώνα, πλαισιωµένος από τους καλύτερους παίκτες του κόσµου, όπως Felix Magath, Kevin Keegan, Franz Beckenbauer αλλά και Mario Kempes, αποδεικνύοντας ότι δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από κανένα. Όσον αφορά τα τρόπαιά του, ήταν πενιχρά αφού πήρε µονάχα το Κύπελλο Ελλάδος το 1976 και το Βαλκανικό Κύπελλο το 1985. Πέραν των τροπαίων, το 2003 σε ψηφοφορία που έγινε, αναδείχθηκε ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής των τελευταίων 50 ετών στην Ελλάδα, αποδεικνύοντας πως τα τρόπαια δεν κρίνουν την αξία ενός ποδοσφαιριστή.

Ο Χατζηπαναγής ασχέτως των διθυραµβικών σχολίων, που εισέπραττε καθηµερινά από τα ΜΜΕ, υπήρξε ανέκαθεν ένας ταπεινός άνθρωπος, µε ήθος, ιδιαίτερα αγαπητός από όλο τον ποδοσφαιρικό κόσµο της Ελλάδος, ανεξαρτήτως οµάδας, γεγονός σπάνιο για τα ελληνικά δεδοµένα. Μέχρι σήµερα, όπου και αν βρεθεί, χαίρει ιδιαίτερου σεβασµού, γεγονός που αποδεικνύει και την αξία του σαν άνθρωπος.