URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Ο άνθρωπος που πώλησε τον πύργο του Άιφελ, δύο φορές!

του Χρίστου Κυριάκου

Ο άνθρωπος που πώλησε τον πύργο του Άιφελ, δύο φορές!

Ως γνωστό, ο πύργος του Άιφελ, κατασκευάστηκε ως αψίδα εισόδου στη ∆ιεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1889, αλλά και λόγω της εκατονταετούς επετείου της Γαλλικής Επανάστασης. Η αρχική άδεια για τον πύργο, προέβλεπε την ανέγερση και παραµονή του στο πεδίο του Άρεως, στην αριστερά όχθη του Σηκουάνα, για 20 χρόνια. Μετά υποτίθεται ότι θα µετακινείτο ή θα αποσυναρµολογείτο, αφού πολλοί θεωρούσαν το συγκεκριµένο κτίριο πολύ άσχηµο για την πόλη του Παρισιού.

Ο πύργος του Άιφελ, εντούτοις, κέρδισε τις καρδιές των Παριζιάνων και άρχισαν να αλλάζουν γνώµη για το αν ήθελαν να τον ξεφορτωθούν ή να τον µετακινήσουν. Βέβαια ο ρόλος, που διαδραµάτισε στον Πρώτο Παγκόσµιο Πόλεµο, ήταν φανερό πως τους επηρέασε. Οι Γάλλοι έστησαν στον πύργο ένα ραδιοποµπό, ο οποίος υπέκλεπτε πληροφορίες απ’ τους Γερµανούς. Το κόλπο αυτό βοήθησε τα µέγιστα για τη νίκη των συµµάχων στην πρώτη µάχη του Μάρνη. Έτσι ο πύργος κέρδισε µια θέση στις καρδιές των Παριζιάνων.

Με το πέρας του Πρώτου Παγκοσµίου Πολέµου, ο πύργος ήταν ακόµη στη θέση του µεν, αλλά άρχισε να δείχνει εµφανή σηµεία φθοράς. Το κράτος δεν διέθετε κονδύλια για τη συντήρησή του. Ο κόσµος, αλλά και τα Μ.Μ.Ε, συζητούσαν οληµερίς για το τι πρέπει να γίνει. Τα συγκεκριµένα γεγονότα έφτασαν στα αυτιά του Βίκτωρ Λούστιγκ και δεν πέρασαν απαρατήρητα.

Ο Λούστιγκ ήταν ένας µικροαπατεώνας, τότε, ο οποίος είχε γεννηθεί (1890) στην πόλη Χόστιν της Αυστροουγγαρίας. Παρότι ήταν ένας “κοινός θνητός,” συστηνόταν ως Κόµης. Βέβαια ήταν δύσκολο να αποκαλυφθεί η πραγµατική του ταυτότητα, αφού µε τη διάλυση της γερµανικής, ρώσικης και της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, µετά τον Πρώτο παγκόσµιο πόλεµο, η Ευρώπη γέµισε µε εξόριστους αριστοκράτες, γνήσιους αλλά και µη.

Η πρώτη απάτη του Λούστιγκ ήταν ότι κατάφερε να πουλήσει µια µηχανή εκτύπωσης χαρτονοµισµάτων των 100 δολαρίων. Σύµφωνα µε τον Λούστιγκ, η µηχανή µπορούσε να τυπώσει αληθινά χαρτονοµίσµατα, αλλά χρειαζόταν έξι ώρες. Ο πονηρός Λούστιγκ, πώλησε τη µηχανή για 30000 δολάρια, υπέρογκο ποσό για την εποχή και η µηχανή τύπωσε µόνο δυο χαρτονοµίσµατα τα οποία έβαλε µέσα ο ίδιος. Μετέπειτα, έβγαζε µονάχα άσπρες κόλλες. Μέχρι να τον πάρουν είδηση, µετά από δώδεκα ώρες, ο Λούστιγκ “έγινε καπνός”.

∆ιαβάζοντας τα νέα για το πύργο, του ήρθε µια λαµπρή ιδέα. Να πωλήσει τον πύργο του Άιφελ για παλιοσίδερα!!. Αποφάσισε να καλέσει τους µεγαλύτερους εµπόρους της Γαλλίας, οι οποίοι ασχολούνταν µε την ανακύκλωση και να τους µιλήσει ως αξιωµατούχος της Κυβέρνησης, υπό τις οδηγίες του Υπουργείου Ταχυδροµείων και Τηλεγραφείων, για την προκείµενη πώληση του πύργου για παλιοσίδερα. Βέβαια, όσοι ήταν παρόντες, ήταν αναγκασµένοι να κρατήσουν το στόµα τους κλειστό, αφού σύµφωνα µε τον Λούστιγκ, η Κυβέρνηση δεν ήθελε να γίνει το θέµα ευρέως γνωστό και να προκληθεί αναστάτωση µεταξύ του κόσµου που τον ήθελε και αυτού που ήθελε να αποσυναρµολογηθεί.

Εν τέλει, µετά από πολλές αερολογίες, βρήκε τον Αντρέ Πουασόν, τον οποίο τον ενδιέφερε αυτή η επένδυση. Η γυναίκα του Πουασόν, ψυλλιάστηκε ότι κάτι πήγαινε στραβά και του είπε να ψάξει τον τύπο που φερόταν τόσο µυστικά. Ο Πουασόν, τον κάλεσε για ακόµη µια συνάντηση, αλλά ο Λούστιγκ ήταν έτοιµος γι’ αυτήν. Τους είπε ότι δεν ήταν ευχαριστηµένος µε το εισόδηµα που έπαιρνε απ’ την κυβέρνηση και ήθελε να πάρει κάτι περισσότερο απ’ αυτήν τη συµφωνία, γι’ αυτό και δεν ήθελε να ακουστεί. Ο Πουασόν αµέσως αντιλήφθηκε ότι ήθελε απλά µια µίζα, έτσι έκλεισε άµεσα τη συµφωνία. Βέβαια, µέχρι να καταλάβει ο Πουασόν, ότι όλο αυτό ήταν µια καλοστηµένη κοµπίνα, ο Λούστιγκ πήρε ένα εκατοµµύριο δολλάρια για τον πύργο, συν την µίζα και έγινε και πάλι καπνός. Ο Πουασόν δεν είπε σε κανένα για τη συµφωνία, αφού θα τον διέλυε επαγγελµατικά.

Ο Λούστιγκ δεν έλεγε να σταµατήσει τις απατεωνιές και µετά από έξι µήνες επανήλθε στο προσκήνιο, για να κάνει το ίδιο κόλπο, αφού κανείς δεν έµαθε ότι ο Πουασόν εξαπατήθηκε. Αφού εφάρµοσε το ίδιο σενάριο, κατάφερε να κλείσει συµφωνία και για δεύτερη φορά, αλλά µέχρι να πάρει τα χρήµατα το κόλπο µαθεύτηκε. Κάποιος απ’ τους επίδοξους αγοραστές, µίλησε µε κάποιον της Κυβέρνησης και έµαθε ότι όλα αυτά δεν ευσταθούσαν. Βέβαια τον Λούστιγκ δεν το έπιασαν, αφού διέφυγε και πάλι.

Εντωµεταξύ ο Λούστιγκ συνελήφθει 45 φορές, µε 22 διαφορετικά ονόµατα, για άλλες µικροαπάτες, γι’ αυτό αποφάσισε να αφήσει την Ευρώπη για την Αµερική. Εκεί στην Αµερική γνώρισε τον διαβόητο Αλ Καπόνε, τον οποίο κατάφερε να ξεγελάσει. Του ζήτησε πενήντα χιλιάδες δολάρια για να τα επενδύσει στο χρηµατιστήριο. Αυτός τα έβαλε σε τράπεζα για δυο χρόνια κι ακολούθως τα επέστρεψε λέγοντας του ότι η επένδυση απέτυχε. Ο αρχιµαφιόζος εντυπωσιάστηκε από την εντιµότητά του και του έδωσε 5 χιλιάδες δολάρια µπόνους! Εννοείται ότι ο Λούστιγκ καρπώθηκε τους τόκους.

Τελικά, η Θεά τύχη εγκατέλειψε τον Λούστιγκ και το 1934 συνελήφθηκε για πλαστογραφία. Αν και κατάφερε να αποδράσει απ’ τη φυλακή µια µέρα πριν από τη δίκη, συνελήφθη ξανά ένα µήνα αργότερα. Καταδικάστηκε για 20 χρόνια και τα εξέτισε στις διάσηµες φυλακές του Αλκατράζ προστατευόµενος βέβαια από τον καλό του φίλο, τον Αλ Καπόνε. Το 1947 πέθανε από πνευµονία.