URBAN.CULTURE.MAGAZINE

“Μόνο με το όνομά μου στα χείλη σου, είμαι ευτυχισμένη”

της Λυδίας Βαρελά - Αναστασιάδου

“Μόνο με το όνομά μου στα χείλη σου, είμαι ευτυχισμένη”

Το ήξερα. Το ήξερα ότι με το που θα σε πάρω τηλέφωνο θα μου βγει τόσο αυθόρμητο το να γράψω. Είναι η ενέργειά σου και η αύρα σου ρε παιδί μου που κάνουν τον εγκέφαλό μου να εξιτάρεται και να δημιουργεί.

«Γράψε λέξεις» μου είπες.

Τι λέξεις να γράψω που όταν σκέφτομαι την καθημερινότητά μου, μου έρχεται ολόκληρο σενάριο με πράγματα που δεν ειπώθηκαν ποτέ και πόσο λάθος. Πόσο κότα μπορεί να είσαι ρε Λυδία που δεν αφήνεις τον εαυτό σου να νιώσει; Που περιορίζεις και θάβεις το συναίσθημα και εκεί που λες: «είμαι έτοιμη» εκεί είναι που δε νιώθεις τίποτα.

Ή που νομίζεις ότι νιώθεις, αλλά τελικά είναι ο ενθουσιασμός της στιγμής που σε κάνει να χαίρεσαι και να λες μεγάλες κουβέντες, που, ούτε η τρίχα σου δε σηκώνεται όπως σηκώνεται όταν μιλάς μαζί του, ούτε σε πιάνει κρύος ιδρώτας και μπερδεύεις τις λέξεις σου -γιατί μπορεί να πεις κάτι ακαταλαβίστικο και να σε περάσει για τον Ε.Τ. τον εξωγήινο- όπως νιώθεις, όταν κοιτάς αυτόν. Όπως νιώθεις, ότι αυτός είναι και κανένας άλλος τώρα.

Ψεύτικα συναισθήματα, αυτοδημιούργητα σε κάνανε να πιστέψεις ότι δεν υπάρχει χώρος στην ψυχή σου για εκείνον. Και μέρα με την μέρα σου λείπει όλο και περισσότερο αυτό το «καλημέρα», το «καληνύχτα», το «χάρηκα που σε είδα και σήμερα» και το «να περνάς υπέροχα!». Χωρίς υποκοριστικά και ζουζουνιάρικα επίθετα.

Μόνο με το όνομά μου στα χείλη σου, είμαι ευτυχισμένη. Δεν έχεις ιδέα πόσο μου αρέσει να ακούω το όνομά μου από τα χείλη σου. Επαναλαμβάνομαι αλλά στο λέω και χαμογελάει η ψυχή μου. Δε χρειάζομαι πολλά. Μόνο να μου μιλάς με το όνομά μου και να ακούς τις πιο τρελές επιθυμίες μου. Όπως κάνεις τόσο καιρό.

Και εγώ; Άσε με εμένα. Κάποια στιγμή, θα βρω το κουράγιο και την δύναμη να σου μιλήσω και να σου πω όσα θέλω να σου πω. Κάποια στιγμή θα αφήσω κ άλλα κομμάτια μου στα τρεμάμενα χέρια σου, τα χέρια σου που θέλω τόσο πολύ να κρατάω. Όχι συνέχεια, κάποιες στιγμές. Κάποιες στιγμές που νιώθω ότι το χρειάζεσαι και κάποιες στιγμές που νιώθεις ότι το χρειάζομαι κ εγώ. Στις στιγμές μας-που μπορεί να μην είναι αρκετές για κάποιους-  για εμένα όμως είναι ότι πιο δυνατό και ήρεμο έχω νιώσει.

Η καθημερινότητα που σου ανέφερα στην αρχή, μαζί σου δεν είναι καθημερινότητα. Μαζί σου είναι η αρχή μιας νέας ημέρας πάντα. Γιατί όπως πίνεις τον καφέ σου, ακούς μουσική, καπνίζεις και χαζεύεις στον υπολογιστή ή στο χθεσινό τετράδιο που έβγαζες πάνω του ότι είχες κ δεν είχες από σκέψεις ή συναισθήματα, σε κοιτάω και καταλαβαίνω ότι είσαι ο άνθρωπος της τωρινής ζωής μου.

Δεν με ενοχλεί που παίρνεις τον χρόνο σου και τον χώρο σου στο ίδιο δωμάτιο. Δεν με ενοχλεί που ξέρεις πότε χρειάζεται να μου δώσεις τον δικό μου, ούτε με πειράζει που θα κολλήσει το μάτι μου πάνω στα δάχτυλά σου όταν γράφεις κάτι ή όταν πιάνεις κάτι, και θα σηκώσεις το κεφάλι και με ύφος ντροπιασμένο θα με ρωτήσεις: «τι έκανα πάλι;» κι εγώ θα σε κοιτάξω, θα χαμογελάσω και θα σου πω: «τίποτα» ,ενώ αυτό που θα θέλω να σου πω στην πραγματικότητα είναι πως δε χρειάζεται να κάνεις κάτι απαραίτητα για να τραβήξεις το βλέμμα μου πάνω σου. Πάνω σου είναι από την ημέρα που σε γνώρισα κ ας μη στο δείχνω. Κι ας μη το μάθεις και ποτέ. Φτάνει που το ξέρω εγώ.

Μη με ρωτήσεις αν θέλω την καθημερινότητα μαζί σου, γιατί θα σου πω ψέματα. Θέλω μαζί σου το τώρα. Δε θέλω μαζί σου το μετά, δεν με ενδιαφέρει καν το πριν. Το τώρα θέλω. Αυτήν την αμετανόητα ρομαντική στιγμή, που θα με κοιτάξεις στα μάτια και δε θα χρειαστεί να μου μιλήσεις, απλά θα το νιώσεις και θα το νιώσω κ εγώ. Πραγματικά, εκτιμώ απίστευτα τις στιγμές τις σιωπής ανάμεσά μας. Είτε γιατί έχουμε πει όσα πρέπει και χρειάζεται να ειπωθούν και τα υπόλοιπα είναι περιττά, είτε γιατί επικοινωνούμε με τον αέρα και δεν χρειάζεται να χαραμιστεί σάλιο για την υπόλοιπη ώρα.

Ο καφές σου είναι έτοιμος, το τσιγάρο σου στριμμένο, το ακατάστατο τετράδιο με τις μουτζούρες σου σε αναζητάει κ εγώ σου μιλάω για την δική μας νέα αρχή,  που δεν χρειάζεται να την γνωρίζει κανένας άλλος, πέρα από εμάς.

«Καλημέρα, καληνύχτα, χάρηκα που σε είδα και καλά να περνάς Λυδία».

Λυδία Βαρελά –  Αναστασιάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και τελείωσε τη σχολή της γραφιστικής. Με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ανήσυχο πνεύμα άρχισε να ανακαλύπτει πως το να γράφει τις εμπειρίες της, τα συναισθήματά της και τις σκέψεις της, σε ένα κομμάτι χαρτί, την έκανε να νιώθει ελεύθερη. Έτσι αποφάσισε να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό της και στους αναγνώστες του περιοδικού vantage να νιώσουν ελεύθεροι μαζί.