URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Η «μυστική» ζωή του Ανδρέα Αλεξάνδρου

Tης Βέρας Κοσµά

Η «μυστική» ζωή του Ανδρέα Αλεξάνδρου

Ο πιο ευφάνταστος σεναριογράφος θα δυσκολευόταν να συνθέσει µια ιστορία τόσο περίπλοκη και ενδιαφέρουσα όσο η πραγµατική ζωή του Ανδρέα Αλεξάνδρου. Πρόκειται για έναν πυροσβέστη και παράλληλα µυστικό πράκτορα ερευνών που από όποια θέση και γωνιά του κόσµου να βρισκόταν ρίσκαρε τη ζωή του για το καλό της πατρίδας του.

Ο Ανδρέας Αλεξάνδρου γεννήθηκε στον Άγιο Σέργιο το 1946 και έζησε εκεί µέχρι την ηλικία των εφτά χρονών. Το 1953, ο πατέρας του κλήθηκε να δουλέψει ως νυχτοφύλακας του Αγγλικού Στρατού και όλη η οικογένεια µετακοµίζει στην Αµµόχωστο. Τα χρόνια που ακολουθούν είναι ευτυχισµένα, µε πολλές οικονοµίες αλλά και πολλή αγάπη. «Τα χρόνια τότε ήταν αλλιώτικα, υπήρχε ένας σεβασµός που δεν βλέπεις σήµερα. Σεβασµός προς τους γονείς, προς την πατρίδα, την οικογένεια και τους φίλους. Εγώ ποτέ µου δεν έβρισα γονιό και δηµιούργησα φίλους καλούς, τους οποίους έχω µέχρι σήµερα», µας αναφέρει ο κύριος Ανδρέας.

Από το ∆ηµοτικό γράφτηκε στην ΑΝΕ (Άλκιµος Νεολαία ΕΟΚΑ). Μπορεί η δράση του εκεί να µην είναι σπουδαία αλλά ήταν η αρχή αυτού που θα εξελισσόταν. Μαζί µε τα άλλα παιδιά γράφει συνθήµατα στους τοίχους, µοιράζει φυλλάδια, καίει αγγλικές σηµαίες και στη θέση τους υψώνει ελληνικές. Όπως παραδέχεται η αποστολή να υψώνουν τις ελληνικές σηµαίες ήταν «η χαρά και το καµάρι τους». Όλοι αναγνωρίζουν πως αυτό το παιδί έχει µέσα του τη φλόγα του µαχητή. Ακούραστος και δραστήριος. Συµµετέχει σε όλες τις παράνοµες συγκεντρώσεις και η φλόγα µέσα του για να υπηρετήσει την πατρίδα ολοένα και φουντώνει. Γι’ αυτή του τη δράση παρασηµοφορήθηκε τόσο από τον Πρόεδρο όσο και από την Κυπριακή ∆ηµοκρατία. Μετά την Ανεξαρτησία της Κύπρου κάνει προσκοπισµό και στα 17 του χρόνια αποκτά µαύρη ζώνη στο τζούντο.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θεώρησαν πως ήταν ο κατάλληλος για να βοηθάει την κυβέρνηση ενηµερώνοντας τους για τις παράνοµες συγκεντρώσεις που συνέβαιναν. Ήθελαν κάποιον που ήταν πέρα από κάθε υποψία και ο Ανδρέας Αλεξάνδρου ήταν ο ιδανικός. Με αυτό τον τρόπο µπήκε στα βαθιά. Ήταν παρόν σε κάθε παράνοµη συγκέντρωση. Στην πορεία του πρότειναν και άλλα. ∆ούλεψε σε πλοία, παρέδιδε πακέτα και απέκτησε απολυτήριο από τα φυλάκια του Λιµανιού. Τελειώνοντας τον στρατό ως Λοχίας Λόκατζιης, του προσφέρουν δουλειά στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, όπου πήρε το βαθµό του Αρχιπυροσβέστη.

Όταν ξεκίνησε η ΕΟΚΑ Β, ο Ανδρέας Αλεξάνδρου πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του και τα βράδια οργανώνεται εναντίον της Ε.Ο.Κ.Α Β’. Κατά τη διάρκεια του πολέµου υπηρετεί την πατρίδα ως µέλος µιας οµάδας πυροσβεστών και πολιτικής άµυνας. «Όλοι οι πυροσβέστες είχαν δράσει µε τόση γενναιότητα, ασταµάτητοι και ακούραστοι για να βοηθήσουν την πατρίδα τους. ∆εν δείλιασαν ούτε για ένα λεπτό. Παντού πήγαιναν χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήθελαν να προσφέρουν και να βοηθήσουν ώστε η πατρίδα τους να µην µπει υπό την κατοχή των Τούρκων. Εδώ να τονίσουµε πως η Αµµόχωστος δεν εγκαταλείφτηκε 14 του Αυγούστου όπως γνωρίζουν οι περισσότεροι. Εµείς ήµασταν στην τελευταία πυρκαγιά που έγινε στις 15 Αυγούστου, στον Αστυνοµικό Σταθµό Αµµοχώστου η ώρα 14:30. Παλέψαµε µέχρι την τελευταία στιγµή και ήµασταν το τελευταίο οργανωµένο τµήµα που έφυγε από την Αµµόχωστο».

Αφού έφυγαν από την Αµµόχωστο ήρθαν αντιµέτωποι µε το απόλυτο χάος και πάλι όµως προσπάθησαν να βοηθήσουν όπου µπορούσαν. «Στο ∆ασάκι της Άχνας είχε πάνω από 10.000 άτοµα για φαγητό που τους έδινε από καζάνια ο αγγλικός στρατός. Οι δρόµοι γεµάτοι κόσµο που δεν είχε φαγητό ούτε ένα µέρος να κοιµηθεί».

Όταν τελείωσε ο πόλεµος ο κος Αλεξάνδρου παρασηµοφορήθηκε από την κυβέρνηση για την υπεράσπιση της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας. Παρόλα αυτά αρνιόταν να µείνει στην Κύπρο χωρίς να ζει στο σπίτι του. Αρνήθηκε να ζήσει σε µια Κύπρο αλλιώτικη από αυτή που γνώριζε. «Αγαπώ τον τόπο µου θα βοηθήσω όσο µπορώ αλλά είτε είµαι Λάρνακα είτε είµαι Λεµεσό είτε είµαι Αυστραλία για εµένα είναι το ίδιο. Πάλι δεν θα είµαι στο σπίτι µου», έλεγε. Έχοντας αυτά κατά νου αποφάσισε το 1976 να φύγει µε την οικογένεια του για την Αυστραλία. Για το µέλλον των παιδιών τους αλλά και το δικό τους.

Στην αρχή δεν ήξερε πως να ξεκινήσει τη ζωή τους, τη δική του και της οικογένειάς του. Μέχρι να προσαρµοστούν ο κύριος Ανδρέας δούλευε σε εργοστάσιο βαριάς βιοµηχανίας µετάλλου µε 22.000 άτοµα. «∆ύσκολα χρόνια», οµολογεί. Στα πέντε χρόνια και αφού είχε οδηγίες από την Κύπρο εισχώρησε στην αδελφότητα Κυπρίων Αυστραλίας µε µοναδικό σκοπό να βοηθήσει στο εθνικό µας ζήτηµα. ∆ιετέλεσε µέλος της στην ηγεσία Συντονιστικής Επιτροπής Κυπριακού Αγώνα Αυστραλίας και είχε απευθείας επαφές µε την Πρεσβεία και προσέφερε πολύτιµη βοήθεια όπου χρειαζόταν. Πολύ σύντοµα εργοδοτήθηκε στις χρηµαταποστολές. «Για να σε δεχθούν γι’ αυτή τη θέση κοσκινίζουν ολόκληρο το παρελθόν σου. Για να καταλάβετε είναι πιο εύκολο να γίνεις αστυνόµος παρά να προσληφθείς σε αυτή τη δουλειά επειδή έχεις να κάνεις µε εκατοµµύρια». Παράλληλα απέκτησε δίπλωµα ως First Class Bodyguard και Securityguard. Επίσης, παρακολούθησε µε επιτυχία µαθήµατα στην Advance Security Training Centre, µια σχολή που σε µαθαίνει για το νόµο, την ασφάλεια, την άµυνα, τη χρήση όπλων, για τρόπους προστασίας του κοινού από εγκληµατικές ενέργειες και πολλά άλλα. Μετά από όλα αυτά είχε πάρει την άδεια να εξασκεί το επάγγελµα του Ιδιωτικού Πράκτορα Ερευνών από το ∆ικαστήριο και την Αστυνοµία Αυστραλίας.
Κατά την παραµονή του στην Αυστραλία θέλησε να δώσει και τη δική του µαρτυρία σε γνωστά και άγνωστα γεγονότα και να εκφράσει, γενικά, το δράµα της προσφυγιάς, έτσι αποφάσισε να γράψει το πρώτο του βιβλίο. Ειδικότερα επιθυµούσε, όµως, να αποτυπώσει τις περιπέτειες των ανθρώπων της αγαπηµένης τους πόλης, της Αµµοχώστου. Περιπέτειες που διαδραµατίστηκαν από την εποχή της Αγγλοκρατίας µέχρι τις συγκλονιστικές στιγµές του πραξικοπήµατος, της τούρκικης εισβολής και των συνεχών βοµβαρδισµών της, από την τούρκικη αεροπορία, όπου οι πυροσβέστες µε ένα γενναίο αξιωµατικό και µε κίνδυνο της ζωής τους, ανταποκρίθηκαν επάξια στα καθήκοντά τους.

Τελικά κατέληξε σε µια ιστορική µυθιστορηµατική συγγραφή µε έναν φανταστικό πρωταγωνιστή, ο οποίος αφηγείται τις περιπέτειες της ζωής του. Το βιβλίο ονοµάζεται «Μυστικός ∆εσµός», κυκλοφόρησε το 2010 και στη γλαφυρή διήγησή του συµπεριλαµβάνει και προσωπικές του εµπειρίες, µε αληθινά, συνταρακτικά γεγονότα, τα οποία ενηµερώνουν αρκετά για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη ζωή των ανθρώπων τότε. Ο ρόλος του ήρωα είναι αντιπροσωπευτικός και ενσαρκώνει όχι µόνο την αυτοθυσία των πυροσβεστών αλλά και την δράση των αφανών ηρώων των Μυστικών Υπηρεσιών της Κρατικής Ασφάλειας, που πρόσφεραν αθόρυβα τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα χωρίς τυµπανοκρουσίες. Στο βιβλίο αν και όλα και όλοι είναι µε ψευδώνυµα στην ουσία περιγράφει τη δική του ζωή.

Στην πορεία, µετά από την επιτυχία του πρώτου του βιβλίου έρχεται και το δεύτερο βιβλίο µε τίτλο «Το Τρίτο Μυστικό». Το βιβλίο είναι βασισµένο σε αληθινά γεγονότα, που αντικατοπτρίζουν τη ζωή των Κύπριων µεταναστών στην Αυστραλία. Πολλές από τις αποστολές του καταγράφονται στο δεύτερο του βιβλίο, όπου µε µεγάλη εχεµύθεια εκτελούσε καθήκοντα Ιδιωτικού Πράκτορα Ερευνών.

Σήµερα ο Ανδρέας Αλεξάνδρου βρίσκεται στην Κύπρο. Την απόφαση να επιστρέψει την πήρε αστραπιαία. Απλά µια µέρα, αφού είδε κάποιες φωτογραφίες σκέφτηκε: «Τι κάνω εγώ εδώ;». Επέστρεψε και εργάστηκε στην αστυνοµία Αγίας Νάπας ως Λοχίας και µετά ως Υπεύθυνος Τροχονοµικής Υπηρεσίας. Σήµερα αν και συνταξιούχος είναι Μέλος της Επιτροπής Επαρχίας Αµµοχώστου για το ∆ιεθνή Σύνδεσµο Αστυνοµίας αλλά και γενικότερα αρκετά δραστήριος. Πώς να µην είναι άλλωστε; Μετά από αυτή τη ζωή που είχε δεν θα µπορούσε να κλειστεί στο σπίτι ή να παίζει τάβλι σε κάποιο καφενείο, όπως κάνουν οι συνοµήλικοι του.