URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Μιχάλης Χατζηµιχαήλ, ετών 60, Φρεναρος – της Βέρας Κοσµά

Μιχάλης Χατζηµιχαήλ, ετών 60, Φρεναρος – της Βέρας Κοσµά

Πολυγραφότατος, εξαιρετικός µελωδός και πολύ καλός µουσικός ο Μιχάλης Χατζηµιχαήλ υπηρετεί για δεκαετίες την κυπριακή παράδοση.

Τι να πρωτοπεί κανείς για τον Μιχάλη Χατζηµιχαήλ; Από τη φωνή του που έγινε σήµα κατατεθέν της κυπριακής µας παράδοσης, µέχρι τους στίχους του, που γίνονται σηµάδια των καιρών στιγµατίζει ό,τι κάνει, διοχετεύοντας τα κοµµάτια του εαυτού του µέσα από την τέχνη. Με το έργο του, χωρίς αµφισβήτηση, παραδίδει σε εµάς τόµους πολιτιστικής κληρονοµιάς. Ένας καλλιτέχνης χαµηλών τόνων από το Φρέναρος που έχει καταφέρει µε τη µουσική του να ακουστεί σε κάθε γωνιά που υπάρχουν Κύπριοι και Έλληνες.

Ταξιδεύοντας πίσω στο χρόνο θα σου πει πως δεν είχε κάποιο συγκεκριµένο στόχο για το µέλλον. Κατάγεται από αγροτική οικογένεια και πάντα ήταν περήφανος γι’ αυτό. Στο σχολείο ήταν άριστος µαθητής, έτσι ήθελε να σπουδάσει, όµως µέχρι να πάει για σπουδές δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε να κάνει. «Από το δηµοτικό συµµετείχα σε χορωδίες γιατί, όπως µου έλεγαν, είχα καλή φωνή. Θυµάµαι τον δάσκαλό µου Γιάννη Κωνσταντινίδη, στην τετάρτη τάξη του δηµοτικού µε κάλεσε στη χορωδία και µου είπε: “Το ξέρεις ότι µια µέρα θα γίνεις τραγουδιστής;” Εγώ βέβαια ούτε που το φανταζόµουν. Πήγα λοιπόν στις σπουδές µου στο τµήµα των Οικονοµικών. Από το δεύτερο έτος όµως, κατάλαβα ότι τα Οικονοµικά δεν ήταν για εµένα. Πιο πολύ µου άρεσε η Φιλοσοφία, η Αρχαιολογία και φυσικά η µουσική. Στα 21 µου ξεκίνησα να µαθαίνω κιθάρα. Έτσι δειλά-δειλά ξεκίνησα να παίζω και να τραγουδώ αρχικά σε φιλικές συγκεντρώσεις και ακολούθως σε µπουάτ και σε κέντρα στην Πλάκα. Η µια δουλειά έφερνε την άλλη και έτσι πέρασα τα υπόλοιπα φοιτητικά χρόνια τραγουδώντας. Συνέχισα όµως και τις σπουδές µου και πήρα το πτυχίο µου».

Όταν τελείωσε τις σπουδές του, επέστρεψε στην Κύπρο και έγινε επαγγελµατίας αγρότης. «Είχα αρκετές προτάσεις για καλές δουλειές, όµως εγώ προτιµούσα να έρθω πίσω στο χωριό µου και να δουλέψω στα περβόλια του πατέρα µου. Ούτε σε κάποια τράπεζα ήθελα να µπω, αν και µπορούσα. ∆εν ήθελα να κλειστώ σε ένα γραφείο. Προτιµούσα να είµαι έξω στη φύση. Η δεκαετία που ήµουν στα χωράφια ήταν η δικιά µου χρυσή εποχή. Ήταν η περίοδος όπου µπόρεσα να κάνω δεκάδες καταγραφές, που αφορούσαν το κυπριακό τραγούδι και τη λαϊκή ποίηση. Τότε, αφού είδα ότι οι περισσότερες µου καταγραφές δεν υπήρχαν πουθενά ούτε στη δισκογραφία ούτε καν στις συλλογές των µελετητών της παράδοσης, σκέφτηκα να δηµιουργήσω ένα παραδοσιακό µουσικό σχήµα για να τα παρουσιάζω. Έτσι το 1991 όταν ήµουν ήδη 37 χρονών εγκαταλείπω τα περβόλια και ασχολούµαι αποκλειστικά µε την έρευνα, την καταγραφή και έκδοση παραδοσιακών τραγουδιών».

Κάπως έτσι δηµιουργήθηκε το µουσικό Σχήµα Μεσόγειος. «Έβλεπα διάφορους αξιόλογους µουσικούς που έπαιζαν σε άλλα σχήµατα και άρχισα να τους πλησιάζω λέγοντάς τους για τα σχέδιά µου. Η πρώτη γυναίκα τραγουδίστρια του σχήµατος ήταν η γυναίκα µου, Ξένια».

Μετά από τέσσερα χρόνια πλησίασε την Κυριακού Πελαγία. «Τότε ήταν σχεδόν 60 χρονών, δουλέψαµε µαζί για16 χρόνια και έγινε η αγαπηµένη των Κυπρίων σε ολόκληρο τον πλανήτη. Είναι ένας άνθρωπος ξεχωριστός, απλός, αυθεντικός. Δε γνωρίζει από πονηριές και διπλωµατίες. Εντιµότατη, πιστεύει σε αρχές και αξίες και βασίζεται όλη της η πορεία πάνω στις αρχές και τις αξίες αυτού του τόπου. Το ότι είναι πολύ καλή στο τραγούδι, στην ποίηση και στο τσιάττισµα είναι ο συνδυασµός που την έκανε αποδεχτή σε όλους. Ως συνεργάτης ήταν άψογη. Ήξερε να ζητά αλλά και να ακούει. Τα θέλω της δεν ήταν ποτέ περισσότερα από τα πρέπει. Λες και κρατούσε µια αόρατη ζυγαριά και ζύγιζε µε ευκρίνεια τα πάντα. Ξεχειλίζει από ήθος και σεµνότητα».

Φεύγοντας η Κυριακού Πελαγία από το συγκρότηµα, ο Μιχάλης βρίσκει τη Βάσω, τη γνωστή σε όλους µας Βασιλική Χατζηαδάµου, η οποία παραµένει στο συγκρότηµα µέχρι και σήµερα. «Μετά από 24 χρόνια πορείας του µουσικού σχήµατος αναγνωρίζω πως µε τους µουσικούς που επέλεξα κάναµε πολύ καλή δουλειά. Κάποιοι έφυγαν, ήρθαν κάποιοι άλλοι, αλλά όλοι πρόσφεραν το λιθαράκι τους δίνοντας ένα εκπληκτικό αποτέλεσµα. Η Βασιλική δεν είναι µόνο µια πολύ καλή τραγουδίστρια αλλά µια νέα κοπέλα πολυτάλαντη µε ήθος, αρχές και αξίες. Κι αυτό είναι το µεγαλύτερο της πλεονέκτηµα. Της αξίζει κάθε έπαινος. Χαίροµαι επίσης που συνεργάζοµαι και µε την κόρη µου, ∆ήµητρα, που είναι µια σπουδαία ερµηνεύτρια και το µέλλον της ανήκει».

Κατα τη διάρκεια συνάντησαν αρκετές δυσκολίες αλλά όπως µας είπε: «Σύννεφα υπάρχουν πάντα αλλά τα σύννεφα εµποδίζουν τον ήλιο να λάµπει, όχι τη σκέψη να προχωρά. ∆ε βρίσκαµε όλες τις πόρτες ανοικτές. Ακόµα και οι συνεργασίες είναι δύσκολες αλλά λόγω της αγάπης που έχουµε προς το παραδοσιακό τραγούδι και τη λαϊκή ποίηση, µας κάνει να παραµερίζουµε τις δυσκολίες µας».

Ο Μιχάλης Χατζηµιχαήλ έχει καταφέρει να υπηρετήσει την κυπριακή µουσική µέσα από πολλές και διαφορετικές εκφάνσεις, βρίσκοντας τη χρυσή τοµή ανάµεσα στην ποιότητα και την εµπορική επιτυχία. «Η παράδοση είναι ένα µέρος της ταυτότητάς µας και η κυπριακή διάλεκτος είναι η µεγαλύτερη απόδειξη της ταυτότητας αυτού του τόπου. Θεωρείται ως η πιο ελληνική διάλεκτος από όλες τις υπόλοιπες διαλέκτους. Εµένα προσωπικά µε µαγνητίζει. Μέσα από το “Παίζουµε Κυπριακά,” όπου έγραφα όλο το παιχνίδι τον πρώτο χρόνο, συνειδητοποίησα τη µεγάλη αξία αυτής της διαλέκτου. Το να προσπαθήσω µε τον δικό µου τρόπο να διατηρήσω όλα όσα µας άφησαν οι πρόγονοι µας, είναι ένας από τους µεγαλύτερους µου στόχους. Γι’ αυτό µπορώ να πω µε σιγουριά ότι δεν υπάρχει λαϊκός ποιητής που δεν τον έχω µελετήσει».

Πιστεύει ότι η µεγαλύτερη δύναµη του ανθρώπου είναι το µυαλό του: «Ο άδρωπος που έσιει νουν κάµνει τη νύχταν µέραν και πιάνει µε τα σιέρκα του πουλιά εις τον αέραν», όπως µας λεει. Η γνώση, κατά την άποψή του, είναι η µοναδική σηµαία που µπορεί να κυµατίζει χωρίς τη βοήθεια του ανέµου. «∆εν πρέπει να αφήνουµε τις πνευµατικές µας δυνάµεις αναξιοποίητες. Είναι το µεγαλύτερο αµάρτηµα που µπορούµε να κάνουµε».

Ταξίδεψε σε ολόκληρο τον κόσµο αλλά την περιοχή µας δεν την αλλάζει µε τίποτα. Του αρέσει η επαφή που έχει µε τον κόσµο, µε τους ηλικιωµένους, που ακούει για παλιές ιστορίες. Μ’ αυτές τις ιστορίες και τα τραγούδια που µαζεύει, στα επόµενα πέντε µε δέκα χρόνια έχει βάλει ως στόχο να κάνει ακόµα αρκετές δισκογραφικές δουλειές.