URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Memories never fade

Συνέντευξη: Βέρα Κοσµά - Φωτογραφία: Κωστάκης Μούσιης

Memories never fade

Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, αλλά οι ένδοξες στιγµές του παρελθόντος δεν σβήνουν. Ο Μιχάλης Κωνσταντίνου ξεδιπλώνει τη βεντάλια των αναµνήσεων του και µας µιλά για τα παιδικά του χρόνια, τα παιχνίδια στις αλάνες της ∆ερύνειας, το Παραλίµνι, τα ένδοξα χρόνια στην Ελλάδα αλλά και για την αγάπη του στην Ιταλική κουζίνα. Απολαυστικός «Μιχαλάκης» σε µία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του. Το Vantage ανακρίνει τον άνθρωπο, που στα πόδια του σφάχτηκαν οι µεγαλύτερες ποδοσφαιρικές οµάδες της Ελλάδας και Κύπρου για να τον αποκτήσουν.

Αποτελεί µία από τις πιο χαρισµατικές προσωπικότητες που ανέδειξε ποτέ το κυπριακό και ελληνικό ποδόσφαιρο. Με τον δικό του µοναδικό τρόπο συνέδεσε το όνοµά του µε τις πιο χαρακτηριστικές στιγµές της ιστορίας των δύο αυτών χωρών. Κατάφερε δίκαια να φέρει τα πάνω κάτω στα ποδοσφαιρικά ήθη της Ελλάδας. ∆εν του άρεσαν οι τακτικές, δέχτηκε µπόλικη κριτική και άρνηση κι όµως κυριάρχησε. Ήξερε να συγκεντρώνει επάνω του τα φώτα της δηµοσιότητας κι ας µην έδινε ποτέ του συνεντεύξεις. Ήταν των άκρων. Αγαπήθηκε, λατρεύτηκε, έγινε είδωλο για αρκετά εκατοµµύρια φιλάθλους, δέχθηκε τα σκληρά πυρά του τύπου και του κόσµου, όµως στο τέλος πάλεψε για να ξαναβγεί στην επιφάνεια.

Η Συνάντηση…
Το ραντεβού µας δίνεται σε µια από τις αγαπηµένες του γειτονιές στη ∆ερύνεια, όπου ο ίδιος συνήθιζε να παίζει ποδόσφαιρο µε τους κολλητούς του. Καθώς µιλάει, αντιλαµβάνοµαι τι ενθουσιάζει τον Μιχάλη και τι όχι. Τα µάτια του λάµπουν όταν µιλάει για τα παιδικά του χρόνια, για τους φίλους του, τις πλάκες στο σχολείο. Φουσκώνει από περηφάνια και ένα χαµόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του όταν µιλάει για τα παιδιά του και τη σύζυγό του Εβελίνα Κυράστα. «Σήµερα χωρίς δεύτερη σκέψη το πιο σηµαντικό πράγµα στη ζωή µου είναι η οικογένειά µου: Η γυναίκα µου και τα τρία αγόρια µου», µας λέει και συνεχίζει: «Οι γεννήσεις των παιδιών µου ήταν από τις πιο σηµαντικές στιγµές της ζωής µου, κανένα γκολ, κανένα πρωτάθληµα δεν συγκρίνεται µε αυτό το συναίσθηµα».

Το µυαλό τρέχει στο παρελθόν…
Καθώς γίνεται η φωτογράφηση, το µυαλό του τρέχει χρόνια πίσω όταν ήταν ο ίδιος παιδί: «Η παιδική µου ηλικία ήταν τέλεια. ∆εν µπορώ να τη χαρακτηρίσω αλλιώς. Μόνο ευχάριστες αναµνήσεις έχω. Συνέχεια παιχνίδι, ζούσαµε κάθε στιγµή στο έπακρο, πραγµατική ευλογία. ∆ιαφορετικές εποχές τότε, πιο ανέµελες. Ήµασταν όλη µέρα στους δρόµους, κοιµόµασταν έξω, δεν υπήρχαν κίνδυνοι, τα σπίτια και τα αυτοκίνητά µας ήταν µονίµως ανοικτά. ∆εν υπήρχαν ούτε ipad ούτε κοµπιούτερ, τίποτα. Μου λείπει η παιδική µου ηλικία. Είναι πολύ διαφορετικό να είσαι πατέρας και να παίζεις µε τα παιδιά σου και πολύ διαφορετικό να είσαι εσύ παιδί και να παίζεις. Έζησα στην περιοχή την περίοδο, όπου ακόµη δε µαζευόταν πολύς κόσµος σε Αγία Νάπα και Παραλίµνι. Όλα ήταν πιο ήρεµα, όταν πηγαίναµε παραλία βρίσκαµε πάρκινγκ κατευθείαν, παίζαµε ποδόσφαιρο στη θάλασσα και οι γονείς µάς έφτιαχναν αυτοσχέδιο γήπεδο για βόλεϊ. Ανεκτίµητες στιγµές».

Ο Μιχάλης ως µαθητής…
Στην ερώτησή µου για το πώς ήταν ο Μιχάλης ως µαθητής απαντά: «Όταν διάβαζα, στο δηµοτικό και αρχές Γυµνασίου, ήµουν πολύ καλός µαθητής. Μετά γνώρισα τους κολλητούς µου και από την Τρίτη Γυµνασίου το διάβασµα µπήκε σε δεύτερη µοίρα. Χαιρόµασταν πολύ που πηγαίναµε σχολείο γιατί κάναµε τις πλάκες µας, βλέπαµε τους φίλους µας και δεν είχαµε άγχος για τα διαγωνίσµατα. Μετά το σχολείο εγώ πήγαινα προπόνηση, ακολούθως για καφεδάκι µε τους φίλους και βόλτες µε τις µηχανές µας. Έτυχε ακόµη να µας διώξουν και από το φροντιστήριο. «Περνούσα τα µαθήµατά µου στο παρά ένα κι αυτό συνέβαινε κυρίως λόγω του αθλητισµού αλλά και του ζωηρού τρόπου ζωής».

Το ποδόσφαιρο γίνεται η ζωή του…
Από την ηλικία των δεκαέξι χρονών µπαίνει το ποδόσφαιρο στην καθηµερινότητά του και για σχεδόν είκοσι χρόνια ήταν η ζωή του. «Από την ώρα που ξυπνούσα µέχρι την ώρα που πήγαινα για ύπνο όλα είχαν να κάνουν µε το ποδόσφαιρο. Αισθάνοµαι πολύ τυχερός γιατί έκανα το όνειρό µου πραγµατικότητα και είµαι πάρα πολύ ευτυχισµένος γι’ αυτό το επίτευγµα. Το ποδόσφαιρο µε άλλαξε πολύ ως άνθρωπο, µου έµαθε πολλά πράγµατα, µου έδωσε πολλές χαρές και λύπες».

Έζησα το όνειρό µου
Για τους περισσότερους ο Μιχάλης έζησε το απόλυτο όνειρο κάθε Κύπριου ποδοσφαιριστή και ο ίδιος δεν είναι αχάριστος. Πιστεύει όµως ότι θα µπορούσε ακόµη περισσότερα: «∆εν µπορώ να είµαι αχάριστος. Σίγουρα είµαι πολύ ικανοποιηµένος από την πορεία µου. Όπως έχω πει και άλλες φορές, θεωρώ πως ίσως αδίκησα εγώ το εαυτό µου. Σίγουρα θα µπορούσα να αγωνιστώ και εκτός Ελλάδας, ήταν ένα όνειρο που µου ήρθε πολύ αργότερα και δεν το έκανα. Αυτό όµως το βλέπω τώρα. Στη ζωή πρέπει να κάνεις λάθη για να µάθεις. Πιστεύω ότι µπορούσα να είµαι ακόµη πιο καλός αλλά αυτά στην ηλικία που ήµουνα δεν τα έβλεπα. Το ελληνικό πρωτάθληµα ήταν πολύ καλό, είχε αξιόλογους ποδοσφαιριστές από όλο τον κόσµο και σίγουρα δεν ήταν εύκολο να φύγεις. Το να παίζεις σε ελληνικές οµάδες την τότε εποχή ήταν τεράστιο επίτευγµα».

Ένας Κύπριος στα ελληνικά γήπεδα…
Πώς ήταν άραγε για έναν Κύπριο να παίζει στα ελληνικά γήπεδα; «Στην αρχή µπορεί και να µε υποτιµούσαν λίγο. Στην πράξη όµως, όταν είσαι εκεί δεν υπάρχει καθόλου υποτίµηση. Η Ελλάδα είναι η δεύτερή µας πατρίδα, δεν θεωρώ πως πήγα σε µια ξένη χώρα. Βέβαια, όλα εξαρτιόντουσαν από το ποδόσφαιρο και την απόδοσή µου. Υπάρχουν σκαµπανεβάσµατα στο ποδόσφαιρο, κρίνεσαι».

Η εξέλιξη, η επιτυχία και η αναγνώριση…
Ένας αθλητής που από πολύ µικρός δέχτηκε επιτυχία και αναγνώριση όσο λίγοι. Η πορεία του ήταν µόνο ανοδική και όλη αυτή η αναγνώριση για κάποιους ίσως να µην ήταν διαχειρίσιµη. «Ήµουν πολύ ήρεµος σαν άνθρωπος. Προσπαθούσα να διαχειριστώ και τη χαρά αλλά και την απογοήτευσή µου. Στην καριέρα µου υπήρξαν στιγµές πάρα πολύ καλές που νόµιζα πως είµαι ο βασιλιάς του κόσµου, αλλά υπήρξε και περίοδος που ήµουνα ο τελευταίος των τελευταίων. Σίγουρα προσπαθούσα να διατηρώ τις ισορροπίες µου, να µην απογοητεύοµαι και να µην ενθουσιάζοµαι πολύ. Σηµαντικό ρόλο έπαιξε και ο µάνατζερ µου, ο οποίος περισσότερο µου µιλούσε για θέµατα χαρακτήρα και ταπεινότητας παρά για ποδοσφαιρικά θέµατα. Υπήρξε σαν πατέρας για εµένα. Ήταν µαζί µου από τα 16 µου χρόνια µέχρι το τέλος της ποδοσφαιρικής µου πορείας και η µεγαλύτερή του έγνοια ήταν ο τρόπος συµπεριφοράς µου έξω από τα γήπεδα». Περισσότερο µου µιλούσε για το πώς πρέπει να είµαι έξω από το γήπεδο παρά µέσα σε αυτό.

Η χειρότερη ποδοσφαιρική περίοδος…
«Ήταν η δεύτερη µου χρονιά στον Παναθηναϊκό. Είχα τραυµατιστεί στο τέλος της πρώτης χρονιάς και αυτό µε κράτησε αρκετούς µήνες έξω από τα γήπεδα. Ο Παναθηναϊκός περίµενε περισσότερα από εµένα, εγώ δεν ήµουνα έτοιµος και υπήρξε µια έντονη αποδοκιµασία προς εµένα, µια αµφισβήτηση που µε έριξε ψυχολογικά. ∆εν έβγαινα από το σπίτι µου ούτε για καφέ ούτε για φαγητό, ήµουν κλειδωµένος για έναν χρόνο και δεν ήθελα να βλέπω κανένα».

Οι καλύτερες στιγµές…
«Κάθε νίκη της οµάδας µε δική µου συνεισφορά µε έκανε πολύ χαρούµενο. Το γκολ είναι κάτι µαγικό για εµένα, ειδικά σε κάποιο κρίσιµο παιχνίδι ή κρίσιµο λεπτό, και όταν το επιτύγχανα µε έκανε να νιώθω διαφορετικά, πιο ωραία. Καλές στιγµές υπήρξαν σίγουρα, είναι οι τελικοί κυπέλλων, τα παιχνίδια µε την Εθνική Κύπρου, τα ντέρµπι, τα Ευρωπαϊκά. Είναι πολλές οι καλές στιγµές και δεν µπορώ να ονοµατίσω συγκεκριµένες».

Το σηµαντικότερο γκολ…
«Το πιο σπουδαίο µου γκολ το οποίο θυµάται και πιστεύω ο περισσότερος κόσµος, ήταν ο δεύτερος προηµιτελικός του Champions League µε την Μπαρτσελόνα στο Καµπ Νου. Αν περνούσαµε, φυσικά, θα ήταν ακόµα πιο ωραίο, αλλά δυστυχώς δεν περάσαµε.

O καλύτερος συµπαίκτης…
«Είχα την τύχη να αγωνιστώ µε πολύ καλούς ποδοσφαιριστές. Στον Ολυµπιακό αγωνίστηκα µε τον µεγάλο Ριβάλντο, έναν από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές του κόσµου και µε τον Αντώνη Νικοπολίδη, µε τον οποίο είχαµε και µια πολύ καλή σχέση. Τον θεωρώ ως έναν µεγάλο τερµατοφύλακα και θαύµαζα την επιµονή του στις προπονήσεις. Στον Παναθηναϊκό αγωνίστηκα, επίσης, µε πολύ καλούς παίκτες. Ένας από αυτούς ήταν ο Κριστόφ Βαζέχα, τον οποίο θαύµαζα για τα επιτεύγµατά του, τη µεγάλη του κλάση αλλά και για τον τρόπο που δούλευε στην προπόνηση. Στο Παραλίµνι αγωνίστηκα µε πάρα πολύ καλούς παίκτες όπως ο Αντώνης Ζέµπασιης και ο Μιχάλης Οικονόµου. Υπάρχουν όµως και άλλοι αρκετοί παίκτες που θα µπορούσα να αναφέρω».

Ο δυσκολότερος αντίπαλος…
«Ο δυσκολότερος αντίπαλός µου ήταν ο Σολ Κάµπελ της Άρσεναλ, ένας παίκτης παγκόσµιας κλάσης, ο οποίος έπαιξε στις καλύτερες οµάδες της Ευρώπης και ήταν µέλος της Εθνικής Αγγλίας. Ήταν αρκετά δυνατός και στα παιχνίδια µας είχαµε αρκετές επαφές µε το σώµα».

Ο καλύτερος προπονητής…
«Με βοηθήσανε πάρα πολλοί προπονητές, πήρα από όλους κάτι. Ακόµη και από «κακούς» προπονητές πάντα κάτι κέρδιζα. Αν θα πρέπει όµως να ονοµατίσω κάποιον, ως τον καλύτερο προπονητή, θα πρέπει να πω τον Γιάννη Κυράστα, γιατί αν πω κάτι διαφορετικό θα µε σκοτώσει η γυναίκα µου». (γέλια)

Οι αποφάσεις στη ζωή του…
«∆εν προβληµατίζοµαι πολύ στη ζωή µου. Αυτό είναι είτε πολύ καλό είτε πολύ κακό. Οι αποφάσεις που έπαιρνα ήταν χωρίς πάρα πολλή σκέψη και πολύ άνετα. Αν προβληµατιζόµουν ιδιαίτερα ίσως να µη έκανα και αρκετά πράγµατα, ίσως να µη πήγαινα Ελλάδα, ίσως να µην πήγαινα στον Ολυµπιακό. Ακόµη και το τέλος µου στα γήπεδα ήρθε από µόνο του».

Στην Εθνική από διαφορετικό πόστο…
«Ήµουν σχεδόν 20 χρόνια κοντά στην οµάδα της Εθνικής, µεγάλωσα µαζί µε αυτή την οµάδα και προσπαθώ µαζί µε τις εµπειρίες και τις γνώσεις µου να προσφέρω. Είναι ωραίο να είσαι κοντά στους καλύτερους και ακόµη πιο ωραίο όταν µπορείς να τους βοηθήσεις. Την ώρα που αγωνίζονται είναι η ώρα που µου λείπει το ποδόσφαιρο».

Ο ελεύθερος χρόνος…
«Η αλήθεια είναι ότι έχω αρκετό ελεύθερο χρόνο από τα επαγγελµατικά µου, αλλά ως πατέρας µε τρία αγόρια δεν έχω καθόλου χρόνο και νιώθω πιο κουρασµένος και από τον καιρό που αγωνιζόµουνα. Τους τρέχω συνέχεια από πίσω, είναι ζωηρά και έχουν συνέχεια απαιτήσεις».

Τα παιδιά και το ποδόσφαιρο…
«Τους αρέσει το ποδόσφαιρό, κάνουν προπονήσεις, αλλά για να παίξεις ποδόσφαιρο επαγγελµατικά χρειάζονται πολλά πράγµατα. Ό,τι και να κάνουν, θα τους υποστηρίξω. ∆εν σηµαίνει πως επειδή εγώ έπαιξα ποδόσφαιρο, πρέπει να παίξουν και τα παιδιά µου. Μου αρέσει που αγαπάνε το ποδόσφαιρο, µου αρέσει που αθλούνται αλλά είναι πολύ δύσκολο να µάθεις τα παιδιά σου να παίζουν ποδόσφαιρο. Πιο εύκολα µπορείς να βοηθήσεις ένα άλλο παιδάκι παρά τα ίδια τα παιδιά σου. Καταρχήν, επειδή είναι τα παιδιά µου δεν είµαι ήρεµος, όπως θα ήµουν µε ένα άλλο παιδί. Τα παιδιά δεν ξέρουν τον µπαµπά τους ως προπονητή. Έχουν τον δικό τους προπονητή και αυτόν ακούνε σε θέµατα ποδοσφαίρου».

Τα αρνητικά και τα θετικά του στα παιδιά του…
«Στο κάθε αγόρι βλέπω στοιχεία του εαυτού µου. Χαίροµαι που βλέπω τα θετικά µου στοιχεία στα παιδιά µου, αλλά όταν βλέπω τα αρνητικά µου έρχοµαι σε αντιπαράθεση µαζί τους και φωνάζει η γυναίκα µου».

Αγαπηµένη οµάδα…
«Εµείς µεγαλώσαµε µε όνειρο την Ένωση Νέων Παραλιµνίου. ∆εν ξέραµε ούτε την Οµόνοια, ούτε το Αποέλ, τίποτα. Μικρός το όνειρό µου ήταν να παίξω στο Παραλίµνι και µία µέρα να παίξω στον Παναθηναϊκό. Αν θα έπρεπε να πω µια οµάδα του εξωτερικού που συµπαθώ, θα έλεγα την Μάντσεστερ στην Αγγλία, γιατί µου έφεραν µια φανέλα της οµάδας όταν ήµουν µικρός και µου έµεινε. Στην Ισπανία θα ήµουνα Ρεάλ Μαδρίτης και στη Γερµανία Μπάγερν Μονάχου».

Το πιο ωραίο παιχνίδι που έχει δει…
«Μου αρέσουν πάντα οι τελικοί: Ο τελικός του Μουντιάλ, του Champions League. Στους τελικούς όλα µετράνε διαφορετικά, ένα γκολ είναι διαφορετικό, ο παλµός του κόσµου είναι διαφορετικός ακόµα και τα δευτερόλεπτα µετράνε διαφορετικά. Η πίεση, η συγκέντρωση είναι διαφορετική. Η µεγαλύτερη συγκίνηση που είχα ήταν ο ηµιτελικός του 2004 στο παιχνίδι Τσεχία-Ελλάδα. Ένιωσα τη µεγαλύτερη συγκίνηση και ένταση που θυµάµαι εδώ και χρόνια. Το γκολ του ∆έλλα στο τελευταίο λεπτό του Α΄ ηµιχρόνου της παράτασης µας είχε όλους συγκλονίσει. Ήµουν σε κατάσταση σοκ για τρία λεπτά». Η Ελλάδα ήταν στον τελικό του EURO!

Αγαπηµένο ταξίδι…
«Είµαι τυχερός γιατί έκανα πολλά ταξίδια. Από τα ταξίδια που µου έµειναν στο µυαλό είναι η Ιταλία, οι Μαλδίβες και η Κούβα».

Μέρος που ηρεµεί…
«Το σπίτι µου είναι το µέρος που µε ηρεµεί ειδικά όταν κοιµούνται τα παιδιά ή είναι σχολείο». (γέλια)

Αγαπηµένο σου φαγητό;
«Μου αρέσει πολύ το φαγητό µε αγαπηµένη κουζίνα τα ιταλικά. Είµαι τυχερός γιατί η γυναίκα µου µαγειρεύει πολύ καλά και, όπως λένε, η νύφη πριν γεννηθεί της πεθεράς µοιάζει».