URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Η Κύπρος του Καζαντζάκη

Του Ζανέττου Λουκά

Η Κύπρος του Καζαντζάκη

«Η Κύπρος είναι η αληθινή πατρίδα της Αφροδίτης. Ποτέ δεν είδα νησί µε τόση θηλύκότητα…

Άγνωστες ιστορίες του συγγραφέα στο νησί µας.

Από τα πιο πολύτιµα αγαθά που µπορούν να «προικίσουν» σε ένα σπίτι είναι µία πλούσια βιβλιοθήκη µε διάφορα βιβλία ποιητών, συγγραφέων και αφηγητών. Θεωρώ ότι το βαθύ νόηµα της ζωής περνάει µέσα από τη λογοτεχνία και την ποίηση.
Απώτερος σκοπός της ζωής µου ανέκαθεν ήταν να καταφέρω να αποκτήσω τη δική µου βιβλιοθήκη. Στο σπίτι µικρός δεν είχα αρκετά βιβλία, αλλά είχα λίγα και καλά και ίσως αυτά που χρειαζόµουν τότε.

Στην Κύπρο, το 1926, με τις αδελφές Παπαϊωάννου. Αρχείο ΜΝΚ

Τρέφοντας ιδιαίτερη συµπάθεια σε ένα από τους πιο λαµπρούς συγγραφείς της παγκόσµιας λογοτεχνίας – και συνάµα Έλληνα, τον Νίκο Καζαντζάκη, κατάφερα µέσα από τα χρόνια να αποκτήσω αρκετά από τα βιβλία του.
Ένα από αυτά ονοµάζεται «Ταξιδεύοντας: Ιταλία – Αίγυπτος – Σινά – Ιερουσαλήµ – Κύπρος – Ο Μοριάς» και αφηγείται µερικά από τα ταξίδια του συγγραφέα απ’ όπου αναφέρεται και στο δικό µας νησί. Ο Καζαντζάκης λάτρευε τα ταξίδια ανά την υφήλιο και πάντοτε µε τεράστιο ενδιαφέρον παρακολουθούσε, συλλογιζόταν και κρατούσε σηµειώσεις, προσπαθώντας να «ρουφήξει» σταλιά – σταλιά τις στιγµές που περνούσε σε κάθε µέρος του πλανήτη.

Σε µία γαλλική ραδιοφωνική εκποµπή το 1954, ο Γάλλος δηµοσιογράφος Ρόµπερ Σαντούλ ρώτησε τον Νίκο Καζαντζάκη:
«Ποιο πράγµα είχε τη µεγαλύτερη επίδραση στη ζωή σας;»
Κι εκείνος απάντησε «Τα όνειρα και τα ταξίδια. Ένα αρχαίος Αιγύπτιος είχε πει: “Μακάριος ο άνθρωπος που είδε το πιο πολύ νερό στη ζωή του”…. Βλέπετε, αυτό προσπαθώ να κάνω και εγώ, να δω όσο πιο πολύ νερό και όσο πιο πολλή γη, προτού πεθάνω…».

nikos-kazantzakis-500

Ο Καζαντζάκης δεν έκρυψε ποτέ την αγάπη του για την Κύπρο. Η γνωριµία του µε το νησί έγινε ακριβώς πριν ενενήντα ένα χρόνια, τον Μάιο του 1926. Ξεκίνησε να γράφει τις εντυπώσεις του στην εφηµερίδα «Ελεύθερος Τύπος» και αργότερα συµπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Ταξιδεύοντας: Ιταλία – Αίγυπτος – Σινά – Ιερουσαλήµ – Κύπρος – Ο Μοριάς».

Δήμαρχο Λεμεσού Ευγένιο Ζήνωνα στις Πλάτρες της Κύπρου. 30.5.1926. Αρχείο ΜΝΚ

Στις πρώτες του αναφορές για το νησί λέει:
«Η Κύπρος είναι η αληθινή πατρίδα της Αφροδίτης. Ποτέ δεν είδα νησί µε τόση θηλύτητα, ποτέ δεν ανάπνεψα αέρα τόσο γιοµάτο µ’ επικίνδυνες, γλυκύτατες συµβουλές.
Αλαφρή κάρωση µε κυριεύει, νύστα και γλύκα, και το δειλινό,όταν πέσει ο ήλιος και φυσήξει από τη θάλασσα το αλαφρό αεράκι και σαλέψουν λίγο, δεξά ζερβά, τα µικρά καΐκια και ξεχυθούν στην παραλία τα µικρά παιδιά µε το γιασεµί στο χέρι, η καρδιά µου ξεζώνεται και παραδίνεται σαν την Πάνδηµη Αφροδίτη. Ό,τι αλλού σπάνια, σε στιγµές νάρκης, αισθάνεσαι, εδώ το ζεις ακατάπαυτα, το νιώθεις αργά, βαθιά να σε διαπερνάει, σαν τη µυρωδιά του γιασεµιού: «Η σκέψη είναι µια προσπάθεια ενάντια στην κατεύθυνση της ζωής, η ανάταση η ψυχική, η αγρύπνια του νου, η έφοδος προς τ’ απάνου, είναι τα µεγάλα προπατορικά αµαρτήµατα ενάντια στη θέληση του Θεού».
Η πορεία του στην Κύπρο ξεκίνησε από την Αµµόχωστο και κατέληξε στην άλλη άκρη του νησιού στην Πάφο. Ιδιαίτερη εκτίµηση και θαυµασµό έτρεφε προς την Αµµόχωστο ή όπως την αναφέρει ο ίδιος µε το ενετικό της όνοµα, Φαµακούστα.

Σε συνέντευξή του στην εφηµερίδα ”Τα Νέα”, το 1954, αναφέρει: ‘Η Αµµόχωστος. Πόσο την πεθύµησα. Τίποτα δεν υπάρχει στον κόσµο που να µου δίδει την αίσθηση της γυναίκας όσο η Αµµόχωστος. Είναι απ’ τα ωραιότερα µέρη της γης. ∆ε θα’ θελα να πεθάνω πριν ξαναπάω στην Αµµόχωστο. ”
«Πήγαινα από τη Φαµαγκούστα στη Λάρνακα, από τη Λάρνακα στη Λεµεσό, ολοένα σιµώνοντας στο ιερό σηµείο της θάλασσας, στην Πάφο, όπου µέσα στους αφρούς του άστατου, ακατάλυτου υγρού στοιχείου η θηλυκή τούτη µάσκα του µυστηρίου γεννήθηκε. Καθαρά µέσα µου ένιωθα να παλεύουν τα δύο µεγάλα φοβερά ρέµατα: Το ένα σπρώχνει την εναρµόνιση, στην υποµονή και στη γλύκα. ∆ουλεύει άνετα, χωρίς καµία προσπάθεια, ακολουθώντας µονάχα τη φυσική βουλή των πραµάτων. Το άλλο ρέµα είναι θαρρείς παρά φύση. Ένας απίστευτος παραλογισµός. Θέλει να νικήσει το βάρος, να σκοτώσει τον ύπνο, να σπρώξει το σύµπαν, µε το µαστίγι, προς τ’ απάνου. Σε ποιο απ’ τα δύο ρέµατα ν’ αρµονιστώ, να πω: αυτό είναι η βούλησή µου, να ξεχωρίσω, σίγουρα πια, το καλό από το κακό, θέτοντας ιεραρχία στις αρετές και στα πάθη;».

Μπροστά στον γοτθικό Ναό του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο της Κύπρου. 20.5.1926. Εκδόσεις Καζαντζάκη

Προς τα µέσα της διαδροµής του από Λεµεσό προς Πάφο ο Καζαντζάκης αναφέρεται λεπτοµερώς στα τοπία της Κύπρου.
”Χαρουπιές, χαµηλά βουνά, κόκκινο χώµα. Κάποτε µια ανθισµένη ροδιά µέσα στην ασπρίλα του µεσηµεριού άναβε και πετούσε φλόγες, κάποτε δυο-τρεις ελιές σάλευαν γαληνές και µέρωναν το τοπίο. Περάσαµε στο στεγνό ποταµό γιοµάτο ροδοδάφνες. Μια κουκουβάγια µικρή κούρνιαζε σ’ ένα πέτρινο γιοφύρι, στο δρόµο, ακίνητη, θαµπωµένη, παραλυµένη από το σφοδρότατο φως. Σιγά -σιγά, το τοπίο γλύκαινε. Περάσαµε ένα χωριό γεµάτο περβόλια- τα βερίκοκα γυάλιζαν ολόχρυσα, και µέσα από τα σκοτεινά, χοντρά φύλλα έλαµπαν κρεµανταλιές τα µούσµουλα.”

Poster copy (2)

Όταν έφτασε στην Πάφο ο συγγραφέας πέρασε από το χωριό Κούκλια. Πριν φτάσει όµως σταµάτησε το αυτοκίνητο του σε ένα άλλο χωριό και ρώτησε µία κοπέλα.

– Πώς σε λεν;
Περίµενα να πει Αφροδίτη. Μα η κοπέλα αποκρίθηκε:
– Μαρία.
– Και είναι µακριά ακόµα η Πάφος;
Η κοπέλα στεναχωρήθηκε δεν κατάλαβε τί της έλεγα.
– Τα Κούκλια, τα Κούκλια θες να πεις, γιε µου, πετάχτηκε κι είπε µία γριά. «Όπου είναι το παλάτι της Κεράς της Ροδαφνούσας. Να έδώ, Πίσου που τις χαρουπιές».
– Και γιατί τα λεν Κούκλια κερά;
– Τι δεν το ξέρεις; Εκεί παιδί µου βρίσκουν κούκλες, κάτι µικρές πήλινες. Να, σκάψε και εσύ και θα βρεις. Λόρδος δεν είσαι;
– Και τι τις κάνουν αυτές τις κούκλες;
– Ξέρω και εγώ; Άλλοι λεν πως είναι θεοί, άλλοι λεν πως είναι διάβολοι. Ποιος µπορεί να τους ξεχωρίσει;
– Τι λέει η θρησκεία;
– Τι να πει και αυτή η κακοµοίρα; Θαρρείς πως τα ξέρει κι αυτή όλα;

Παρακάτω ο Καζαντζάκης κλείνει το κεφάλαιο µε την εξής αφήγηση:

«Τη νύχτα κοιµήθηκα σε ένα ξενοδοχείο. Τα ξηµερώµατα είδα ένα όνειρο. Κρατούσα στην απαλάµη µου ένα µαύρο, κατάµαυρο ρόδο. Κι ως το κρατούσα, ένιωθα σιγά, λιµασµένα, αθόρυβα να µου τρώει το χέρι”.
Την περίοδο 1955 -59 και κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα ενάντια στους Άγγλους ο συγγραφέας συµµεριζόταν και αγωνιούσε για τα προβλήµατα της Κύπρου. Στην εφηµερίδα «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» στις 15 Σεπτεµβρίου 1954 αναφέρει τα εξής:
«Ένας λαός περνάει, τις µέρες τούτες, της τρίχας το γιοφύρι. ∆εν κρίνεται η τύχη της Κύπρου, η τύχη της Κύπρου δεν κινδυνεύει. Η δίκαιη πέτρα θα φάει, σίγουρα το άδικο βουνό. Κρίνεται και κινδυνεύει, τις µέρες τούτες, η τύχη και η τιµή µιας Αυτοκρατορίας. Ο λαός που ορθόθηκε σύσσωµος, σύψυχος, µε τέτοια εθνική υπερηφάνεια κι ηθική ανάταση, στις πιο κρίσιµες ώρες του πολέµου και έσωσε την τιµή του κόσµου, περνάει τώρα µία από τις µοιραίες, αποκαλυπτικές δοκιµασίες, όπου θα ξεφανερωθεί η γνησιότητα ή το κίβδηλο της αρετής του.

Πώς αντικρίζει η Βρετανική Αυτοκρατορία την τραγική ετούτη στιγµή όπου κρίνεται η αρετή της; Αλίµονο, µε µέσα ανάξια ενός µεγάλου έθνους. Με την άναντρη σιωπή στην αρχή, κι ύστερα µε την ψευτιά, µε τη συκοφαντία, µε τη βία. Κρύβει το πρόσωπό της η ντροπή και φεύγει µακριά από τ’ ατιµασµένα γραφεία του Φόρεϊν Όφις.

Όµως ο αληθινός άντρας δεν απελπίζεται. Ξέρει αυτός πως στον άτιµο, αλλοπρόσαλλο τούτον κόσµο ζουν και βασιλεύουν µερικές θεµελιακές αρχές, θυγατέρες του ανθρώπου, που αυτός τις έπλασε µε ιδρώτα, αίµα και κλάµατα, κι είναι αθάνατες. Οι περισσότερες γεννήθηκαν στην Ελλάδα: η ελευθερία, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η δίψα της δικαιοσύνης. Μεγάλες µυστηριώδεις δυνάµες που πληθύνουνται και θεριεύουν στον διωγµό.

Καλή η στιγµή να ξεχωρίσουµε τα πάθη µας και τις ταπεινές έγνοιες και να ακολουθήσουµε όλοι, ο καθένας µε το χάρισµα που τού δωκε ο Θεός, το περπάτηµά της πάνω στην Κυπριώτικη γη. Και να µοιραστούµε µαζί της, όσο µπορούµε, τον πόνο, την ορµή και τον κίνδυνο. Κι αργότερα, σίγουρα αυτός είναι, το είπαµε, ο νόµος, και η µεγάλη χαρά”.

Δήμαρχο Λεμεσού Ευγένιο Ζήνωνα στις Πλάτρες της Κύπρου. 30.5.1926. Αρχείο ΜΝΚΜπροστά στον γοτθικό Ναό του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο της Κύπρου. 20.5.1926. Εκδόσεις ΚαζαντζάκηΟ Νίκος Καζαντζάκης με τη σύζυγό του Ελένη και την Yvette Renoux (κόρη του Jean Herbert), γραμματέα του στην ΟΥΝΕΣΚΟ, στη βίλλα «Μανολίτα». 1953.Στην Κύπρο, το 1926, με τις αδελφές Παπαϊωάννου. Αρχείο ΜΝΚnikos-kazantzakis-500Poster copy (2)