URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Κυπραίος και φαγητό – Της Δέσποινας Χατζηζαχαρία

Κυπραίος και φαγητό – Της Δέσποινας Χατζηζαχαρία

Μπορεί η πλειοψηφία των τουριστών όταν επισκέπτεται την Κύπρο να µη γνωρίζει πολλά για την ιστορία και την παράδοση του νησιού και εδώ που τα λέµε ούτε όταν φεύγει να έχει µάθει κάτι, αλλά ένα είναι το σίγουρο. Πως κανείς δε φεύγει χωρίς να φάει έστω και µία φορά είτε σιεφταλιά είτε χαλλούµι είτε οποιοδήποτε άλλο πιάτο της κυπριακής κουζίνας.

Γιατί σαν λαός επενδύουµε στο φαγητό, γι’ αυτό άλλωστε και υπάρχουν τόσα εστιατόρια. Το θέµα είναι να βρεις το κατάλληλο. Όµως επειδή το όλο θέµα «Κυπραίος και φαγητό» είναι τεράστιο και σηκώνει µεγάλη ανάλυση, αυτή τη φορά θα περιοριστώ στη νοοτροπία του Κυπραίου όσον αφορά το φαγητό τόσο στις παραλίες όσο και στα εστιατόρια.

Σκηνικό 1ον. Παραλία, καλή παρέα, καµιά ρακέτα αν βρίσκεται – µην ξεχνάµε και την άσκηση – και τόνοι λαδιού µαυρίσµατος για σένα άµοιρη/ε που προσπαθείς ακόµα να µαυρίσεις. Λίγο πολύ αυτά τα βλέπεις σε όλες τις παρέες, Κυπραίων και µη. Υπάρχει όµως ένα αντικείµενο που κάνει ευδιάκριτη τη διαφορά. Μιλώ για την παγωνιέρα που αν έπρεπε να δώσουµε σχήµα στο κουτί της Πανδώρας, θα νικούσε όλους τους αντιπάλους. Μέσα στις παγωνιέρες µπορείς να βρεις τα πάντα. Γιατί οι Κυπραίοι έχουµε φαντασία και το αποδεικνύουµε. Έτσι, µέσα σε µια «κυπριακού» τύπου παγωνιέρα µπορείς να συναντήσεις σάντουιτς, ττάππερ από κεφτεδάκια ή οτιδήποτε άλλο έµεινε από το φαγητό της προηγουµένης και φρούτα (ειδική µνεία στο καρπούζι ή αλλιώς στην παττιχούδαν) αλλά και γάλα για τον καφέ, αναψυκτικά, µπύρες και άλλα συναφή αλκοολούχα ποτά. Σε αυτά προσθέτονται και είδη που δε συµπεριλαµβάνονται στις παγωνιέρες, όχι τόσο γιατί δεν είναι αναγκαίο, αλλά περισσότερο γιατί δε µένει χώρος. Αναφέροµαι στα πατατάκια (όλων των γεύσεων), κέικ που έµεινε στο σπίτι και πρέπει να φαγωθεί και γενικά σε όλα τα µπισκοτοειδή προϊόντα που υπάρχουν στις υπεραγορές. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε, όταν κατευθυνόµαστε προς την παραλία αγκοµαχούµε και χρειάζονται δύο άτοµα για τη µεταφορά των εν λόγω παγωνιέρων, ενώ όταν φεύγουµε είµαστε άνετοι και χαλαροί!

Και επειδή ως Κυπραίοι µας αρέσει το φαγητό, όλο και κάποιος στην επιστροφή θα ρίξει την ιδέα να πάµε κάπου «καλά» το βράδυ, αφού όλη µέρα στην παραλία δε φάγαµε τίποτα της προκοπής. Γιατί ως γνωστόν, όλα αυτά που καταναλώσαµε στην παραλία δε λογαριάζονται για φαγητό αλλά για τσίµπηµα, βεβαίως βεβαίως. Το θέµα είναι, σε ποιο εστιατόριο θα πάµε; Στο τραπέζι πέφτουν πολλές προτάσεις, ανάλογα µε τις προτιµήσεις του κάθε ενός. Τι κουζίνα προτιµάµε; Σουβλάκια ή σούσι που είναι και της µόδας; Παραλιακά κατά προτίµηση αλλά συγχρόνως και κάπου οικονοµικά, γιατί ας µην ξεχνάµε και την οικονοµική κρίση (!).

Όµως όλες αυτές οι απόψεις, υποκύπτουν σχεδόν πάντα στην γνώµη αυτού ο οποίος παίζει το χαρτί του «γνωστού». Τι εννοώ. Όλο και κάποιος στην παρέα θα ξέρει κάποιον που έχει εστιατόριο και θα προτείνει αυτό. Γιατί µην ξεχνάµε πως «είναι ντροπή να πάµε κάπου αλλού». Έτσι το παρεάκι καταλήγει στο εστιατόριο του κ. Γνωστού, ο οποίος τυγχάνει να είναι ο αδελφός του κουµπάρου του ξαδέλφου κάποιου από την παρέα.

Αλλαγή σκηνικού. Φύγαµε λοιπόν από την παραλία και πλέον βρισκόµαστε στο εν λόγω εστιατόριο. Σαν typical Κυπραίοι, εννοείται θα παραγγείλουµε φαγητό για περισσότερα άτοµα. Τι και αν είµαστε µόνο 5; Παραγγέλλουµε φαγητό για 7 και τρώµε σαν να είµαστε 3. Και δώσε µετά πλαστικά πιάτα κ. Γνωστέ γιατί «είναι κρίµα να πετάξουµε τόσο φαΐ». Όπως και να έχει, φαΐ τέλος (;). Εµφανίζεται σε αυτό το σηµείο και ο κουµπάρος του κουµπάρου του αδελφού, αναγγέλλοντας πως θα µας κεράσει ως γνωστόν γλυκό και καφέ. Έρχονται και αυτά, τα κατασπαράζουµε και αυτά και περιµένουµε το λογαριασµό. Τον οποίο λογαριασµό φέρνει και πάλι ο σύγαµπρος του κουµπάρου του κουνιάδου, ο οποίος φυσικά θα µας κάνει έκπτωση. Αλλά µια στιγµή. Σε αυτό το εστιατόριο είµαστε ή σε αυτό του γείτονα του κουµπάρου του δεύτερου ξαδέλφου; Σύγχυση.

Έτσι, το παρεάκι καταλήγει σ’ ένα λογαριασµό, ας πούµε συµβολικά για χάρη του άρθρου, 110 ευρώ. Ο κ. Γνωστός φυσικά θα το κατεβάσει γύρω στα 100 ευρώ, αλλά εννοείται εσείς ούτως ή αλλιώς, θα βάλετε κάτι παραπάνω. Μη µας πούνε και τσιγκούνηδες! Άρα το αρχικό ποσό των 115 ευρώ, κατέβηκε από την έκπτωση, ανέβηκε από το «πουρµπουάρ» και τελικά καταλήγουµε να πληρώνουµε ή το αρχικό ποσό ή και κάτι παραπάνω. Πόσα «like» στην αθάνατη κυπριακή νοοτροπία;

Όπως και να έχει, καλά και αξέχαστα γεύµατα σας εύχοµαι για το υπόλοιπο του καλοκαιριού. Προσοχή όµως! Όταν τρώµε µπορούµε να µιλάµε, αλλά προσέχουµε τι λέµε, γιατί υπάρχει κίνδυνος πνιγµού!

Υ.Γ.: Tips να αφήνετε. ∆ε φαντάζεστε τι χαρά παίρνουν οι υπάλληλοι στο τέλος της βραδιάς όταν γίνεται η µοιρασιά.