URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Καμικάζι – Μια ιστορία τρέλας και θάρρους

του Χρίστου Κυριάκου

Καμικάζι – Μια ιστορία τρέλας και θάρρους

“Υπήρχαν τόσοι πολλοί εθελοντές, για τις αποστολές αυτοκτονίας,
που ήταν σαν ένα σµήνος από µέλισσες. Εξάλλου οι µέλισσες πεθαίνουν µετά που
θα τσιµπήσουν.. ”

Motoharu Okamura

{…} Οι Ιάπωνες, σαν περήφανος λαός που είναι, δεν αποδέχονταν τον στρατιωτικό εξευτελισµό. Όµως, δεν µπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Οι Αµερικάνοι, ήταν πολύ ανώτεροί τους. Είχαν πιο έµπειρους πιλότους και πολύ µεγαλύτερο στόλο. Ήταν πολύ πιο ικανοί από αυτούς. Έτσι αποφάσισαν να ιδρύσουν την ειδική οµάδα “Shinpu tokubetsu kogeki tai” που εν τέλει, έµεινε γνωστή ως καµικάζι.

Η λέξη καµικάζι δεν ήταν εύρηµα της εποχής. Αντιθέτως, χρησιµοποιείτο για πολλά χρόνια. Όταν ο Χάνος των Μογγόλων, Kublai Khan, επιτέθηκε στην Ιαπωνία, (1274 – 1281) ξέσπασαν µεγάλοι τυφώνες που διέλυσαν τον στρατό των Μογγόλων. Αυτοί οι τυφώνες ονοµάστηκαν καµικάζι, από το kami που σηµαίνει Θεός και το Kaze που σηµαίνει άνεµος. Την τότε εποχή, οι Ιάπωνες, πίστεψαν πως αυτοί οι άνεµοι στάλθηκαν απ’ τη Θεά του Ήλιου Amaterasu, που είναι γνωστή απ’ την Ιαπωνική Μυθολογία, αλλά και µέρος της σηµερινής τους θρησκείας, την Σίντο (Σιντοϊσµός). Πιθανόν αυτά να σκεφτόταν ο Motoharu Okamura, όταν πρότεινε τη σύσταση της συγκεκριµένης οµάδας.

Η ιδέα του Motoharu Okamura ήταν απλή, στα λόγια. Οι πιλότοι των αεροσκαφών θα έπρεπε να συντρίψουν το σκάφος τους σε εχθρικούς στόχους. Θα στόχευαν κυρίως σε αεροπλανοφόρα αλλά και µεγάλα πλοία. Βέβαια, το σκάφος θα έπρεπε να ήταν φορτωµένο µε εκρηκτικές ύλες και καύσιµα, προκειµένου να δηµιουργήσει περισσότερη ζηµιά. Αυτό, φαινόταν πολύ λογικό για τον Ιαπωνικό στρατό, ο οποίος έχανε πολύ εύκολα τα αεροπλάνα τους στις αεροµαχίες ενάντια στους Αµερικάνους.

Αν και για τον άλλο κόσµο, αυτή η πράξη ήταν καθαρή αυτοκτονία, για τους Ιάπωνες δεν σήµαινε το ίδιο. Εξάλλου, στην ιστορία των θρυλικών Σαµουράι, η αυτοκτονία ήταν µέρος του κώδικα τιµής “bushido”. Προτιµούσαν να πεθάνουν εθελοντικά, από µόνοι τους, παρά να “πέσουν” στα χέρια των εχθρών. Πολλοί απ’ τους καµικάζι πίστευαν ότι πεθαίνοντας µ’ αυτόν τον τρόπο, “πλήρωναν” το χρέος τους στην πατρίδα και επίσης έδειχναν την αγάπη τους προς την οικογένειά τους. Για χάρη της ιστορίας, θα αναφέρω πως στη µάχη του Saipan, που έγινε τον Ιούνιο – Ιούλιο του 1944, οι Ιάπωνες, προτίµησαν να πέσουν από διάφορους γκρεµούς, παρά να πιαστούν αιχµάλωτοι απ’ τους εχθρούς. Πρώτα απ’ όλα έριχναν τα µικρά παιδιά και µετά έπεφταν οι µεγάλοι.

Τον Αύγουστο του 1944, ανακοινώθηκε απ’ τις αρχές του κράτους ότι ένας εκπαιδευτής πιλότων, ονόµατι Takeo Tagata, θα δίδασκε τις επιθέσεις αυτοκτονίας. Έτσι άρχισαν να µαζεύονται οι εθελοντές ο αριθµός των οποίων ήταν πολύ µεγαλύτερος απ’ αυτόν που περίµεναν. ∆εν υπήρχε για όλους θέση, έτσι κατά την διάρκεια του Β’ παγκοσµίου πολέµου πολλοί έκαναν πτήσεις αυτοκτονίας από µόνοι τους, χωρίς να έχουν συγκεκριµένες οδηγίες.

Ο πρώτος καµικάζι, εικάζεται πως ήταν ο Masafumi Arima. Λέγεται πως µαζί µε άλλα 100 αεροπλάνα οδήγησε την πρώτη πτήση αυτοκτονίας. Οι υπεύθυνοι για την προπαγάνδα της χώρας θεωρούσαν τον Masafumi Arima, παράδειγµα προς µίµηση. Θα πρέπει να αναφέρω πως για πολλούς δεν ήταν αυτός ο πρώτος καµικάζι, όµως για χάρη της προπαγάνδας οι ιαπωνικές αρχές προωθούσαν τον συγκεκριµένο.

Η εκπαίδευση των καµικάζι ήταν κτηνώδης. Τους βασάνιζαν ανελλιπώς και τους χτυπούσαν ανελέητα. Πίστευαν πως µέσω αυτού του τρόπου, τόνιζαν το µαχητικό τους πνεύµα. Ήθελαν να εξαλείψουν όλες τις σκέψεις που είχαν για τη ζωή και τον θάνατο, προκειµένου να είναι έτοιµοι για την πτήση. Τους έδιναν µάλιστα ένα εγχειρίδιο, έτσι ώστε να προετοιµαστούν διανοητικά για τον εποικηµένο θάνατο. Σύµφωνα µε τις οδηγίες που είχαν στο εγχειρίδιο, πριν συγκρουστούν θα έπρεπε θα είχαν ανοικτά τα µάτια τους και να φωνάξουν “Hissatsu”, που σήµαινε βέβαιος θάνατος.

Πριν τις πτήσεις, οι καµικάζι έκαναν κάποιες τελετές στις οποίες έπιναν σάκε ή νερό. Το ονόµαζαν “mizu no sakazuki”. Φορούσαν κιόλας µια ζώνη, την senninbari, που δινόταν απ’ τις µητέρες τους. Μαζί τους έπαιρναν και ένα πιστόλι, που σε περίπτωση που πιάνονταν όµηροι, να αυτοκτονήσουν µ’ αυτό. Όταν δεν µπορούσαν να χτυπήσουν τον στόχος τους επέστρεφαν στην βάση τους. Αυτό υπήρχε και σαν κανόνας στο εγχειρίδιο. Ένας πιλότος επέστρεψε πίσω στην βάση του 9 φορές, τον σκότωσε ο διοικητής του, γιατί τον θεώρησε δειλό.

Οι Αµερικάνοι ονόµαζαν τους καµικάζι “Baka Bombs”. Στα Ιαπωνικά η λέξη baka σήµαινε ηλίθιος. Χρησιµοποιούσαν ειδική στρατηγική, για να τους αντιµετωπίζουν, που την ονόµαζαν “big blue blanket”. Συγκεκριµένα προσπαθούσαν να τους ανατινάζουν στον αέρα, πριν κοντέψουν καν σε στόχο.

Αν και για τους καµικάζι ειπώθηκαν πολλές διθυραµβικές κριτικές κατά τη διάρκεια των χρόνων, εξυµνώντας πάντοτε το θάρρος και την αγάπη τους για την πατρίδα, υπάρχει και µια άλλη άποψη που διαφοροποιεί πολλά.

Συγκεκριµένα, πολλοί ενέκριναν τον συγκεκριµένο τρόπο που έβαζαν τους νέους να πεθάνουν και ήταν αντίθετοι στην προπαγάνδα που έκαναν, όπου εξυµνούσαν διάφορους πιλότους, οι οποίοι έκαναν τις συγκεκριµένες πτήσεις. Πολλοί δεν ήθελαν να κάνουν τις πτήσεις αυτοκτονίας και τους κλείδωναν µε το ζόρι στο αεροπλάνο. Από σηµειώµατα νεαρών καµικάζι, που άφησαν σαν ενθύµιο, µπορεί κάποιος να νιώσει τον τρόµο που ζούσαν. “Κάθε κτύπος του ρολογιού µας έφερνε πιο κοντά στο θάνατο. Αυτό µας έχει ήδη σκοτώσει”.

Ιστορικά, κατά τη διάρκεια του Β’ παγκοσµίου πολέµου, πέθαναν περίπου 4000 πιλότοι καµικάζι. Μόνο το 19% απ’ αυτούς χτύπησαν στόχο. Κατάφεραν να καταστρέψουν αρκετά αεροπλανοφόρα και πολεµικά πλοία, να σκοτώσουν 5000 χιλιάδες Αµερικάνους και να τραυµατίσουν άλλους τόσους.

Κλείνοντας να αναφέρω δυο, σχετικά, άγνωστες οµάδες καµικάζι τους “Sonderkommando Elbe” και τους “Leonidas Squadron”, που δεν ήταν Ιάπωνες, αλλά Γερµανοί Ναζί και έδρασαν περίπου την ίδια περίοδο µε τους Ιάπωνες. Η διαφορά τους ήταν ότι αυτοί προσπαθούσαν να συγκρουστούν µε µεγάλα βοµβαρδιστικά αεροπλάνα στον αέρα (“Sonderkommando Elbe”) ,αλλά και να καταστρέψουν γέφυρες συγκρούοντας τα αεροπλάνα επάνω τους (“Leonidas Squadron”), προκειµένου να γλιτώσουν µεγαλύτερες ζηµιές. Η οµάδα “Leonidas Squadron” πήρε το όνοµά της από τον βασιλιά της Σπάρτης, Λεωνίδα.