URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Ήταν μεσάνυκτα όταν ξεκίνησαν – Του Χρίστου Κυριάκου

Ήταν μεσάνυκτα όταν ξεκίνησαν – Του Χρίστου Κυριάκου

“Συνελήφθηκα στις 14 Οκτωβρίου του 1956. Ήταν Κυριακή.

Μας μετάφεραν με ένα αυτοκίνητο στον αστυνομικό σταθμό της Αμμοχώστου. Με πέταξαν μέσα στο κελί 1. Μέχρι να καταλάβω τι έγινε, άρχισαν τα μαρτύρια. Άκουγα τους άλλους να κλαίνε και να σπαράζουν που τους πόνους. Πραγματικά δεν ήξερα τι τους έκαμναν. Που την δική μου την πλευρά παρακάλεσα Τον Θεό να έρθει και εμένα η σειρά μου, όσο πιο γρήγορα. Να τελειώνει και έμενα το μαρτύριο μου. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ήρθα δυο ανακριτές και με έπιασαν. Ήταν οι Linguith και Dear. Με έβαλαν σε ένα τραπέζι και άρχισαν να με απειλούν για την ζωή μου. Εγώ είμαι Έλληνας και δεν φοβάμαι το θάνατο, είπα τους με θράσος. Αυτό τους έκαμε να εξοργιστούν αφάνταστα και άμεσα ξεκίνησαν τα μαρτύρια. Με ανάγκασαν να ξεντυθώ από την μέση και κάτω και με έβαλαν να κάτσω σε ένα καλούπι με πάγο. Αυτό κράτησε έξι ώρες. Μούδιασε ολόκληρο το σώμα μου, δεν έβλεπα, δεν άκουγα τίποτα. Μόνο βογκούσα που τους πόνους. Τίποτα άλλο. Με πήρα πάλι πίσω στο κελί και με ξαναπήραν μετά από δυο ώρες. Εγώ επέμενα ότι τίποτα δεν ήξερα. Με ξανάβαλαν στον πάγο μέχρι να δύσει ο ήλιος. Πάλι με πέταξαν στο κελί. Θυμούμαι να ευχαριστώ Τον Θεό που άντεξα. Δεν έφτασα καν να ανασάνω και με ξανάπιασαν. Άρχισαν τις ερωτήσεις για το που βρίσκονται τα όπλα της Ε.Ο.Κ.Α. Εγώ επέμενα. Δεν ξέρω τίποτες. Με ανάγκασαν να κρατώ μια καρέκλα πάνω απ’ το κεφάλι μου. Όταν εξαντλούμουν και την κατέβαζα, με σάπιζαν στο ξύλο. Με κλωτσούσαν στην κοιλιά, το κεφάλι, τους όρχεις, όπου έφταναν. Μετά πάλι τα ίδια. Όταν μου έπεφτε η καρέκλα με χτυπούσαν. Μου στράβωναν τα χέρια για να μου τα σπάσουν. Οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι. Ο Dear μου έδειχνε το ρολόι, ότι τάχα θα με βασανίζει ως το πρωί. Έφερε και ένα κερί και το έβαλε να στάζει στα γεννητικά μου όργανα. Προσπαθούσα με όση δύναμη είχα να αντισταθώ. Μάταια όμως. Ένας Τούρκος ήρθε και μου κλώτσησε και πάλι στους όρχεις. Παρόλο τους πόνους που είχα, λαλώ του έλα έξω μόνοι μας να δούμε ποιος εν ο άντρας. Μόλις το είπα άρχισα να με κλωτσούν όλοι. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Με τραβούσαν απ’ τα μαλλιά και με γύριζε γύρω – γύρω ώστε να μπορούν όλοι να με κλωτσούν. Με έβαζαν πάλι να κρατώ την καρέκλα ενώ αυτοί έκαμναν διάλειμμα. Μόλις μου έπεφτε πάλι ξεκινούσαν τα ίδια. Πέρασε και εκείνη η μέρα και ήρθε η επόμενη. Ευχαριστούσα Τον Θεό που με βοηθούσε να αντέχω. Πάλι άρχισαν να με χτυπούν. Πονούσα αφάνταστα γιατί όλο μου το κορμί ήταν χτυπημένο. Μου έβαζαν το πιστόλι στο κρόταφο και με απειλούσαν να με σκοτώσουν. Παρακαλούσα να το κάμει, να ησυχάσω. Με πήραν και πάλι στο κελί. Στο νούμερο 2 αυτήν την φορά. Το κεφάλι μου ήταν τεράστιο. Είχε φουσκώσει παντού. Έτρεχε ένα κίτρινο υγρό απ’ τα αυτιά μου. Ένας Θεός ήξερε τι ήταν. Έτρεμα ολόκληρος. Δεν μπορούσαν να κινηθώ. Μετά από 15 μέρες φριχτών βασανιστηρίων με άφησαν ελεύθερο. Δεν τους είπα τίποτα. Έμεινα πιστός στην πατρίδα μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να πάω στην εκκλησία να προσκυνήσω. Τίποτες άλλο”.

{….} Ήταν μεσάνυκτα της 31ης Μαρτίου προς 1η Απριλίου όταν ξεκίνησαν όλα. Εκείνη την νύκτα συναντήθηκε και ο Μόδεστος Παντελή με τον Ανδρέα Κάρυο. Κανείς τους δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πίσω, να δειλιάσει. Πήραν και το σχοινί μαζί τους. Μ’ αυτό θα έκαναν την δουλειά. Έπρεπε να προκαλέσουν βραχυκύκλωμα, σε ηλεκτροφόρα σύρματα, σε μια περιοχή στο Αυγόρου. Αυτό ήταν το σχέδιο. Στην προσπάθεια να εξετελέσουν την αποστολή τους, ο Μόδεστος Παντελή έχασε την ζωή του από ηλεκτροπληξία. Ήταν ο πρώτος που πέθαινε γι’ αυτόν, τον ιερό σκοπό. Ο Ανδρέας Κάρυος υπέστη εγκαύματα.

Το πρωί είχαν όλοι συνειδητοποιήσει ότι ο αγώνας ξεκίνησε. Πολλής κόσμος έδωσε το “παρών” του την πρώτη μέρα του αγώνα. Ο καθένας με τον τρόπο του. Πάντοτε σύμφωνα με το σχέδιο. Σε πολλές πόλεις έγιναν εκρήξεις και εμπρησμοί, σε καίρια σημεία, όπου προκαλέσαν πολλές ζημιές.

Οι Άγγλοι απ’ τις πρώτες κιόλας ώρες ένιωσαν τον τρόμο στο πετσί τους. Προκειμένου να βρουν άκρη, σ’ όλο αυτό το παραλήρημα, άρχισαν να συλλαμβάνουν οποιονδήποτε θεωρούσαν ύποπτο, ασχέτως αν δεν είχαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο εις βάρος τους. Είχαν θεσπίσει νόμους έκτακτης ανάγκης όπου νομιμοποιούσαν τις πράξεις τους. Συγκεκριμένα, νομιμοποίησαν το μαστίγωμα των ανηλίκων. Οι πρώτοι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στις κεντρικές φυλακές Λευκωσίας και στο κάστρο της Κερύνειας. Λόγω του ότι ο αριθμός των προσαγομένων ολοένα και αυξανόταν, τον Ιούλιο του ίδιου έτους, άρχισαν να δημιουργούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης / κρατητήρια, που ήταν βάση χιτλερικού τύπου. Το μεγαλύτερο απ’ όλα ήταν στην Κοκκινοτριμυθιά. Παρόμοια υπήρχαν στην Πύλα, Μάμμαρι, Πυρόι, Άγιο Λουκά, Αγύρτα κ.ά. Υπήρχαν και τα ανακριτήρια όπου γίνονταν τα βασανιστήρια. Αυτά βρίσκονταν στην Ομορφίτα, Πλάτρες και Αμμόχωστο.

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν περίφραχτοι χώροι με συρματόπλεγμα όπου υπήρχαν ελάχιστα κτίρια. Εννοείται ότι αυτά εξυπηρετούσαν μόνο τους διοικούντες αφού σχεδόν όλοι, οι “πολιτικοί κρατούμενοι”, όπως τους ονόμαζαν, διέμεναν σε τσίγκινα ημι-κυλινδρικά παραπήγματα, τα λεγόμενα τολ. Σ’ αυτά, δεν υπήρχαν καθόλου αποχωρητήρια, ενώ διέμεναν μέχρι και 40 άτομα στο καθένα.

Οι συνθήκες διαβίωσης των αγωνιστών ήταν αθλιότατες. Τα τσίγκινα παραπήγματα το καλοκαίρι απορροφούσαν την ζέστη κάνοντας την ατμόσφαιρα αποπνιχτική. Το χειμώνα ήταν το αντίθετο, αφού το υλικό που ήταν κατασκευασμένα τα τολ, πολλαπλασίαζε το ψύχος. Τους κλείδωναν μέσα, με την δύση του ήλιου και τους ξεκλείδωναν με την ανατολή.

Οι περισσότεροι αγωνιστές, που οδηγήθηκαν σε ανάκριση, πέρασαν από φρικτά βασανιστήρια προκειμένου να δώσουν πληροφορίες για την οργάνωση της Ε.Ο.Κ.Α. ή να καταδώσουν άλλους αγωνιστές οι οποίοι προκαλούσαν μπελάδες. Προσπαθούσαν με διάφορους τρόπους να καταρρακώσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά αλλά και να κάμψουν το φρόνιμα τους. Πέραν των προαναφερθέντων βασανιστηρίων, τους ανάγκαζαν να στέκουν γυμνοί, χωρίς να κινούνται, σε δημόσιο χώρο, για ώρες αμέτρητες χωρίς νερό και φαγητό. Πολλοί λιποθυμούσαν, ενώ δημιουργούσαν στα πόδια τους σοβαρότατα προβλήματα. Χρησιμοποιούσαν επίσης το “σιδερένιο στεφάνι” όπου ήταν βασανιστήριο μεσαιωνικών χρόνων. Το έβαζαν στο κεφάλι και το έσφιγγαν μέχρι λιποθυμίας. Μερικές φορές το κρανίο έσπαζε κιόλας. Απ’ τα χειρότερα ήταν το ανάποδο κρέμασμα όπου το αίμα κατέβαινε στο κεφάλι και ο κρατούμενος κυριευόταν από σκοτοδίνη πριν λιποθυμήσει ή πάθει ανεπανόρθωτες βλάβες στον εγκέφαλο. Το πιο συνηθισμένο απ’ όλα ήταν ο τεχνικός πνιγμός όπου με την βία κρατούσαν το κεφάλι του κρατουμένου μέσα σε μια λεκάνη μέχρι να πνιγεί. Πέραν αυτών, σε ημερήσια διάταξη, υπήρχαν οι γροθιές στα γεννητικά όργανα, τα βγάλσιμο των νυχιών, μαστίγωμα, η κατάβρεξη του σώματος με κρύο και καυτό νερό, σβήσιμο τσιγάρο στο σώμα αλλά και δεμένοι να κοιτάζουν ισχυρούς προβολείς από πολύ κοντά γεγονός που τύφλωσε αρκετούς αγωνιστές.

Κι’ όμως μέσα απ’ αυτές τις συνθήκες κατάφερναν και οργανώνονταν και δημιουργούσαν μαζικές εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες, μέσα απ’ τα συρματοπλέγματα που βρίσκονταν. Κατάφεραν, αρκετές φορές, να πυρπολήσουν διάφορες εγκαταστάσεις και αποθήκες. Από τις πιο σημαντικές ήταν η απεργία πείνας που σημειώθηκε την Μεγάλη Εβδομάδα το 1958.

Όσον αφορά τις γυναίκες, που έμεναν κρατούμενες, τις αντιμετώπιζαν με απάνθρωπο τρόπο. Πολλές κακοποιήθηκαν είτε σωματικά είτε ψυχικά απ’ τους άνανδρους φρουρούς. Υπήρξαν γυναίκες που ήταν έγκυοι και απέβαλαν λόγω βασανιστηρίων.

Τα κολαστήρια της Κύπρου εν τέλη καταργήθηκαν στις 22 Φεβρουαρίου 1959. Απ’ τους 3000 χιλιάδες ανθρώπους που έζησαν την κόλαση 13 αγωνιστές άφησαν την τελευταία τους πνοή ενώ 9 ακόμη απαγχονίστηκαν. Εκατοντάδες όμως έφυγαν με ανεπανόρθωτες σωματικές και ψυχολογικές ζημιές. Παρέμειναν όμως όλοι πιστοί στα ιδανικά και αντιστάθηκαν με ηρωισμό σε όλες τις αντιξοότητες που αντιμετώπισαν. Γι’ αυτό και για χιλιάδες άλλους λόγους αξίζει η θύμηση τους.

Υ.Γ. Ο μονόλογος των βασανιστηρίων ανήκει στον αγωνιστή Σωτήρη Αλεξάνδρου απ’ την Ξυλοτύμβου. Το υπόλοιπο κείμενο είναι προϊόν έρευνας.