URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Ήταν ένα μικρό καράβι που ήταν ά ά αταξίδευτο… – Του Χρίστου Κυριάκου

Ήταν ένα μικρό καράβι που ήταν ά ά αταξίδευτο… – Του Χρίστου Κυριάκου

Η ήττα του Ναπολέοντα, στην περιβόητη βελγική πόλη Βατερλό (18/6/1815), άλλαξε κατά πολύ το παγκόσµιο χάρτη. Πλέον, η Βρετανική Αυτοκρατορία, µένει µόνη στο “παιχνίδι”. Χωρίς αντίπαλο. Στο θρόνο της Γαλλίας ανεβαίνει τώρα ο Λουδοβίκος ο  18ος. Αυτός, είχε εξαρχής καλές φιλίες µε τους Βρετανούς. Για χάρη της φιλίας τους οι Βρετανοί αποικιοκράτες του χαρίζουν τη Σενεγάλη, µέσω της συνθήκης της Βιέννης (1815). Τέτοια ήταν τα δώρα µεταξύ “φίλων” την τότε εποχή, όχι σαν σήµερα!.

Ένα χρόνο αργότερα, συγκεκριµένα στις 17 Ιουνίου 1816, ηµέρα ∆ευτέρα, θα αναχωρήσουν απ’ το λιµάνι της γαλλικής πόλης Ροσφόρ (Rochefort), τέσσερα σκάφη µε τις ονοµασίες Argus, Loire, Echo και Medusa. Προορισµός βέβαια ήταν η Σενεγάλη. Στο σκάφος Medusa αποβιβάστηκε και ο  Ζυλιέν-Ντεζιρέ Σµαλτζ (Julien-Desiré Schmalz), µε τη σύζυγό του. Θα ήταν ο νέος κυβερνήτης.

Καπετάνιος του σκάφους Medusa διορίστηκε ο Χίουτζ Ντυρουά ντε Σωµερύ (Hugues Duroy de Chaumereys). Αν και άσχετος από πλοήγηση πλοίων, θα βρεθεί στο πηδάλιο λόγω της φιλίας του µε το βασιλιά. Έκτοτε ήταν σηµαντικό να γνωρίζει κανείς προσωπικά τον κυβερνήτη ενός κράτους. Θέλοντας να αποδείξει ότι, όντως, έχει δυνατότητες πλοήγησης ενός πλοίου, θα προσπαθήσει να φτάσει πρώτος Σάιντ Λούις (Saint-Louis) της Σενεγάλης όπου και θα ήταν η ακριβής τοποθεσία άφιξής τους. Αποφασίζει  και ξεφεύγει από τα άλλα τρία σκάφη και πλέει κοντά στις αφρικανικές ακτές. Έτσι θα είχε προβάδισµα.

Το σκάφος Medusa είχε ξεφύγει κατά πολύ απ’ τα άλλα. ∆υστυχώς, για τον καπετάνιο, το σκάφος του, στις 2 Ιουλίου, θα κολλήσει σε µια ξέρα (βραχώδης αβαθής βυθός), κοντά στη σηµερινή Μαυριτανία. Πιστεύοντας ότι η επερχόµενη παλίρροια, θα τον βοηθήσει να ξεφύγει, αρχίζει να ξεφορτώνεται διάφορα περιττά βάρη, όπως τρόφιµα για παράδειγµα. ∆εν αποδέχεται να ξεφορτωθεί τα κανόνια όµως. Θεωρεί το γεγονός προσβολή προς το σκάφος, αλλά και προς τη Γαλλία γενικότερα.

Οι προσπάθειες για αποκόλληση του σκάφους θα αποβούν άκαρπες. Στο σκάφος εκείνη την µέρα υπήρχαν 400 επιβάτες. Οι περισσότεροι θα επιβιβαστούν στις σωσίβιες  λέµβους, για να συνεχίσουν την πορεία τους για το Σάιντ Λούις. Οι άλλοι 150, που δε χωρούσαν στις λέµβους, θα δηµιουργήσουν µια αυτοσχέδια σχεδία και θα επιβιβαστούν. Αυτή η σχεδία θα συνδεόταν µε σχοινί µε µια από τις λέµβους όπου θα την τραβούσε µέχρι τη Σενεγάλη. Τα εναποµείναντα τρόφιµα, µοιράστηκαν, σχεδόν δίκαια. Βασικά οι επιβάτες της σχεδίας, που ήταν άνθρωποι των κατώτερων στρωµάτων, είχαν πενιχρά εφόδια για να αντέξουν.

Το ταξίδι εν τέλει συνεχίστηκε. Την πρώτη νύκτα, το σχοινί, µυστηριωδώς αποκόπηκε απ’ τη λέµβο. Το πρωί, η σχεδία, ήταν στο έλεος Του Θεού. Τα τρόφιµα φαγώθηκαν όλα. Πλέον ήταν ολοµόναχοι µεσοπέλαγα χωρίς ίχνος βοήθειας από κανένα. ∆ώδεκα µέρες αργότερα, στις 15 Ιουλίου, η σχεδία εντοπίστηκε από το σκάφος Argus. Οι επιβαίνοντες του σκάφους Argus δεν πίστευαν σε αυτό που έβλεπαν. Από τους 150, ζούσαν µόνο οι δέκα. Οι άνθρωποι στη σχεδία, για να επιζήσουν έτρωγαν ο ένας τον άλλον. ∆εκάδες πτώµατα ήταν µισοφαγωµένα στη σχεδία.

Μέχρι να “πατήσουν” λιµάνι µόνο 2 θα σωθούν. Οι άλλοι εξασθένησαν. Μη θέλοντας να συνεχίσω άλλο την ιστορία, απλά θα αναφέρω πως οι Γάλλοι προσπάθησαν να αποκρύψουν τον αποτρόπαιο ναυάγιο της Medusa, χωρίς όµως επιτυχία. Η ιστορία θα γίνει διάσηµη απ’ το Γάλλο ζωγράφο, Ζαν-Λουί-Τεοντόρ Ζερικώ (Jean-Louis-Théodore Gericault), όπου θα σχεδιάσει έναν πίνακα τεραστίων διαστάσεων, συγκεκριµένα 491 x 716 εκατοστά, όσο δηλαδή ήταν και η σχεδία. Ο πίνακας απεικόνιζε ακριβώς ότι είχαν δει οι επιβαίνοντες του Argus. Μετέπειτα, χρόνια αργότερα, κάποιος θα κάνει παιδικό τραγούδι, ετούτη τη µακάβρια ιστορία. Κάποιοι άλλοι, θα το µεταφράσουν ακριβώς όπως ήταν, µε τον ήχο εκείνο, στα Ελληνικά. Έκτοτε τραγουδάµε:

 

Ήταν ένα µικρό καράβι 

που ήταν αταξίδευτο 

Οέ, Οέ, Οέ, Οέ. 

 

Κι έκανε ένα µακρύ ταξίδι 

µέσα εις τη Μεσόγειο 

Οέ, Οέ, Οέ, Οέ. 

 

Και σε πέντε έξι εβδοµάδες 

σωθήκαν όλες οι τροφές 

Οέ, Οέ, Οέ, Οέ. 

 

Και τότε ρίξανε τον κλήρο 

να δούνε ποιος θα φαγωθεί

Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.