URBAN.CULTURE.MAGAZINE

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ – Η ιστορία ενός αιχμαλώτου

Tης Βέρας Κοσµά

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ – Η ιστορία ενός αιχμαλώτου

Λευτέρης Ανδρέου (Ξάνθου), 64 χρονών, Φρέναρος: Από τα πλέον επώδυνα κεφάλαια της τουρκικής εισβολής ήταν η αιχµαλωσία. Σ΄ αυτό το αφιέρωµα ο Λευτέρης Ανδρέου µας αφηγείται την προσωπική του ιστορία από την αιχµαλωσία µέχρι την απελευθέρωσή του.

>> Ο Λευτέρης Ανδρέου είχε µια από τις µεγαλύτερες σε µήκος αιχµαλωσία. Από τις 20 Ιουλίου µέχρι και τις 28 Οκτωβρίου, όπου αφέθηκε ελεύθερος, έζησε στα χέρια των Τούρκων. «Τώρα ανοίγεις ένα κεφάλαιο, το οποίο πίστευα πως το είχα κλειδώσει στην ψυχή µου για πάντα. Είναι από τα θέµατα που ίσως να µην καταφέρω να ολοκληρώσω», µου λέει όταν µε βλέπει και συγκινείται.

>> Αντιλαµβάνοµαι πως ο πόνος δεν έχει περάσει. Ο κύριος Λευτέρης κλείδωσε τις µνήµες στο υποσυνείδητό του εδώ και χρόνια και αρνείται να τις ανακαλέσει. Η επόµενη ώρα που περνάµε µαζί έχει το ίδιο ύφος: λίγες κουβέντες, µεγάλη παύση ανάµεσα στις προτάσεις και πολλή συγκίνηση.

>> Αρχικά τον ρωτάω πώς βρέθηκε στην Κερύνεια, αφού εκεί ήταν που πιάστηκε από τους Τούρκους: «Εγώ κόρη µου δεν είµαι κανένας ήρωας. ∆εν θέλω να νοµίσει ο κόσµος πως έκανα κάτι σπουδαίο. Ήµουν απλά ένας νεαρός που έκανα τη θητεία µου ως στρατιώτης και πιάστηκα αιχµάλωτος», µου αναφέρει και συνεχίζει: «Ως στρατιώτης επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Κερύνεια και να σου πω την αλήθεια µε µάγεψε αυτό το µέρος. Ήξερα από την πρώτη µατιά πως ήθελα να ζήσω όλη µου τη ζωή εκεί. Γι’ αυτό και όταν τέλειωσα τη θητεία µου ξεκίνησα να δουλεύω σ’ ένα εστιατόριο στο Λιµανάκι της Κερύνειας. Η αρραβωνιαστικιά µου, επίσης, ήταν Κερυνιώτισσα».

>> Στην πορεία ο κύριος Λευτέρης βάζει τις σκέψεις του σε µια σειρά και προσπαθεί να µου εξιστορήσει όλο το χρονικό: «Τα βάσανα µας ξεκίνησαν από τις 15 Ιουλίου. Εγώ µαζί µε τέσσερις άλλους φίλους µου προσέχαµε τον Μητροπολίτη Κερύνειας, όταν το πρωί της 15ης Ιουλίου µας περικύκλωσαν τα τανκς για να µας σκοτώσουν. Εµείς δεν µπορούσαµε να τους νικήσουµε και µετά από οδηγίες του Μητροπολίτη, αφήσαµε τα όπλα και παραδοθήκαµε.

>> Τότε µας πήραν στο φρούριο της Κερύνειας και µας κράτησαν µέχρι τις 20 Ιουλίου. Ήµασταν νηστικοί, χωρίς νερό και φοβόµασταν. Ήταν πρωτόγνωρες εµπειρίες για εµάς. Θυµάµαι πως στις ανακρίσεις είχαν απέναντί µας έναν καθρέφτη. Ήθελαν να βλέπουµε τι µας έκαναν. Σε κάποια φάση ένας στρατιωτικός µου είπε: «Βλέπεις το πρόσωπό σου στον καθρέφτη; Αυτή είναι η τελευταία φορά που το κάνεις». Τότε δεν άντεξα, έκλαψα», εξοµολογείται ο κύριος Λευτέρης αγνοώντας ότι το µέλλον που θα ακολουθούσε θα ήταν ακόµη χειρότερο.

>> Και συνεχίζει: «Στις 20 Ιουλίου ξεκινά η εισβολή και εµείς είµαστε εγκλωβισµένοι σε µια σήραγγα στο φρούριο της Κερύνειας. Γύρω στο µεσηµέρι µας είπαν πως µπορούµε να φύγουµε. Αυτό όµως ήταν αδύνατο. Η Κερύνεια βοµβαρδιζόταν και για να πάω από τη σήραγγα που ήµουν στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς µου, απόσταση περίπου 300 µέτρα, έβαζα σε κίνδυνο τη ζωή µου. Από την άλλη δεν µπορούσα να µείνω εκεί. Μάζεψα ότι δύναµη µου απέµεινε, µετά από πέντε µέρες που ήµουν χωρίς φαγητό, χωρίς νερό και µε την ταλαιπωρία των ανακρίσεων άρχισα να τρέχω ρισκάροντας τα πάντα. ∆εν θυµάµαι καν πώς βρήκα τις δυνάµεις να τρέχω ανάµεσα στους βοµβαρδισµούς. Όταν επιτέλους έφθασα στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς µου, κατέρρευσα. Χρειαζόµουν ιατρική περίθαλψη αλλά αυτό ήταν αδύνατο. Την επόµενη µέρα µπήκαν οι Τούρκοι µέσα στην Κερύνεια, επέλεξαν τους πιο νέους άνδρες, ανάµεσά τους ήµουν κι’ εγώ, και µας πήραν στις φυλακές τους στη Λευκωσία».

>> «Στον θάλαµο, τον οποίο µας έβαλαν, θα πρέπει να ήµασταν περίπου είκοσι άτοµα. Τις πρώτες τρεις νύχτες έρχονταν και µας έστηναν στον τοίχο για εκτέλεση. Τελικά δεν το έκαναν ποτέ.

>> Πέρασε κι αυτό. Οι µέρες δεν περνούσαν, κάθε λεπτό φάνταζε ατελείωτο. Ήµασταν νηστικοί και χωρίς νερό. Στις δέκα ηµέρες περίπου, από τους είκοσι που ήµασταν στον θάλαµο, ήρθαν και πήραν τους πέντε, ανάµεσα τους και πάλι εγώ. Μας έδεσαν και µας έβαλαν σε υπόγεια κελιά, τον καθένα µόνο του.

>> Συνέχεια σκεφτόµασταν ότι θα µας σκοτώσουν. Τελικά µας πήραν για ανάκριση. Ήθελαν να ξέρουν πού είναι τα πυροµαχικά. Εδώ να αναφέρω πως επειδή ήµουν ατίθασος ως στρατιώτης δεν είχα ιδέα που έκρυψαν τα πυροµαχικά. Γενικά, τον πρώτο µήνα ήµασταν µε την ψυχή στο στόµα ότι θα πεθάνουµε. Μια από τις επόµενες µέρες µας έβγαλαν στην αυλή, µας έδεσαν τα χέρια µε τη µισίνα, µας έκλεισαν τα µάτια και µας έβαλαν σ’ ένα λεωφορείο.

>> Ούτε που ξέραµε που θα µας έπαιρναν. Με το δικό µου µυαλό είχα πει πως αν πάµε δεξιά τότε θα µας πάρουν Λήδρας και θα µας αφήσουν, αν όµως πάµε αριστερά τότε πάµε Κιόνελι και αυτό σήµαινε πως µας έπαιρναν στην Τουρκία. Τελικά µας πήγαν αριστερά. Σε κάποια φάση το αυτοκίνητο σταµάτησε και µέσα από µια χαραµάδα είδα έναν εκσκαφέα να βγάζει τρύπες στο έδαφος. Άρχισα να ιδρώνω και όλα γύρω µου να µαυρίζουν.

>> Ήµουν σίγουρος ότι εκεί θα µας έθαβαν ζωντανούς. Γι΄ ακόµη µια φορά δεν το έκαναν, αλλά µας πήραν στην Κερύνεια και µας πέταξαν σε έναν αεραγωγό ενός πλοίου. Κάπου εκεί ο φόβος άρχισε να φεύγει. ∆εν ένιωθα τίποτα, δεν σκεφτόµουν τίποτα. Κουράστηκα. Γύρω µου όµως επικρατούσε ο απόλυτος πανικός. Κλάµατα και φωνές ήταν το µόνο που άκουγες. Τελικά µας πήραν στην Τουρκία».

>> «Στη διαδροµή για τις φυλακές στα Άδανα κατάφερα να λύσω τα χέρια µου από τη µισίνα που µας είχαν δεµένους και να ελευθερώσω και τους άλλους. Η µυρωδιά όµως από τα αίµατα των χεριών τους έµεινε στη µύτη µου για περίπου 15 χρόνια. Στις φυλακές είχε νερό και ψωµιά µε δύο κιλά αλάτι επάνω. Ήµασταν όλοι εξουθενωµένοι. Μια µέρα, µετά από περίπου έναν µήνα, µας έβγαλαν στο προαύλιο της φυλακής. Θα πρέπει να ήµασταν περίπου 600 αιχµάλωτοι. Ανάµεσα µας ο Γιώργος Καραολής και ο Ευτυµής, δύο καλοί φίλοι που έµειναν δίπλα µου µέχρι το τέλος της αιχµαλωσίας και τους έχω στην καρδιά και τη σκέψη µου µέχρι και σήµερα.

>> Έπειτα µας έβαλαν στα τρένα και µετά από πέντε ώρες µας φόρτωσαν σ’ ένα λεωφορείο. Καθώς προχωρούσαµε και µπήκαµε στην πόλη Τοκάτ, χιλιάδες κόσµος µε δρεπάνια περικύκλωσε τα λεωφορεία µε στόχο να µας σκοτώσουν. Εµείς όµως ήµασταν δηλωµένοι αιχµάλωτοι, γι’ αυτό και οι αξιωµατικοί είχαν υποχρέωση να µας σώσουν. Μας πήγαν στην Αµάσεια και µας κράτησαν ακόµα τρεις µήνες. Και πάλι αναµονή χωρίς να γνωρίζουµε το µέλλον µας. Μόνο όταν ήρθαν τα Ηνωµένα Έθνη καταφέραµε να ηρεµήσουµε και να αρχίσουµε να ελπίζουµε πως θα µας αφήσουν».

>> «Μετά από 3 µήνες συνολικά µας άφησαν επιτέλους ελεύθερους. Όταν επιστρέψαµε δεν είχαµε ιδέα τι έγινε στην Κύπρο. Ήρθαµε, λοιπόν, αντιµέτωποι µε το απόλυτο χάος. Υπήρχαν τσιατίρκα παντού. ∆ουλειά δεν υπήρχε περίπτωση να βρούµε. Γι’ αυτό πήρα την απόφαση να πάω Αθήνα. Εκεί ανάλαβα τη φοιτητική εστία της Αθήνας, ξεκίνησα να κτίζω σιγά-σιγά τη ζωή µου και έκανα δύο κόρες για τις οποίες είµαι πολύ περήφανος».

>> Ο κύριος Λευτέρης σήµερα αισθάνεται γεµάτος από τη ζωή. Γεµάτος από εµπειρίες καλές και κακές και δεν ζητάει τίποτε άλλο. Μετά από όλα όσα έζησε πιστεύει πως το πιο σηµαντικό στη ζωή είναι να είσαι ελεύθερος, να είσαι σωστός άνθρωπος, να είσαι καθαρός και να έχεις την οικογένειά σου.