URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Η «Τζιυρά Μαμμού»

της Βέρας Κοσμά

Η «Τζιυρά Μαμμού»

ΕΛΕΝΗ ΚΟΥΤΟΥΝΑ ΖΑΚΟΥ, 97 ΕΤΩΝ, ΦΡΕΝΑΡΟΣ

Στο πέρασµα του χρόνου, δεν ξέρω πόσοι από τους νεότερους Αµµοχωστιανούς έχουν ακούσει για την Ελένη Κουτούνα Ζάκου. Οι παλαιότεροι τη γνωρίζουν ως την «Τζιυρά Μαµµού». Πρόκειται για τη γυναίκα που έφερνε εις πέρας περίπου 100 γέννες τον χρόνο, οι πενήντα ήταν µόνο στο χωριό Φρέναρος.

Η κυρία Ελένη ήταν αυτή, η οποία ξεγέννησε από το 1947 έως το 1974 έναν µεγάλο αριθµό Αµµοχωστιανών και πρώτη έπιασε στα χέρια της ένα σωρό νεογέννητα, που σήµερα είναι πάνω από πενήντα χρονών και τα περισσότερα, όπως και οι µητέρες τους, την θυµούνται και αναγνωρίζουν τη συµβολή της στους τοκετούς. Σήµερα η κυρία Ελένη είναι ένας ευγενικός και σεµνός άνθρωπος, ετών 97 µε πλήρη διαύγεια πνεύµατος. Με χιλιάδες µνήµες από τη ζωή της, λοιπόν, µας ταξιδεύει σε εποχές µαυρόασπρες, µε φτώχεια, αλλά και πολλή αγάπη. Με δυσκολίες αλλά και πολύ φιλότιµο!

Στα 25 της χρόνια, παρά τη θέλησή της, βρέθηκε να πηγαίνει µαζί µε τη µητέρα της από το Φρέναρος στο Νοσοκοµείο του Βαρωσιού για να εκπαιδευτεί ως µαία. «Να σου πω την αλήθεια ούτε είχα ιδέα τι είναι η µαία ούτε µου άρεσε αυτό το πράγµα. Ο τότε κοινοτάρχης Φρενάρου έψαχνε άτοµο για να επανδρώσει τις ιατρικές υπηρεσίες του χωριού και αποφάσισε πως εγώ ήµουν η κατάλληλη. Τότε µόνο εγώ και µια άλλη συνοµήλική µου τελειώσαµε το σχολείο. Ήµασταν οι µοναδικές που είχαµε την τύχη να τελειώσουµε το ∆ηµοτικό και ο κλήρος έπεσε σ’ εµένα. Εγώ όµως, όταν µου έκαναν την πρόταση, ήµουνα αρραβωνιασµένη και δεν ήθελα να αφήσω τον αρραβωνιαστικό µου. Αλλά τότε κανείς δεν άκουγε τα θέλω των γυναικών. Με ειδοποίησαν, λοιπόν, να πάω στο Νοσοκοµείο του Βαρωσιού. Ξεκίνησα µαζί µε τη µητέρα µου πάνω στα γαϊδούρια και ευχόµουν να γίνει κάτι ώστε να ανατραπούν αυτά τα σχέδια και να επιστρέψω στον αρραβωνιαστικό µου. Ήταν τότε που για πρώτη φορά στη ζωή µου είπα: “Πρόσεχε τι εύχεσαι”. Μόλις µπήκαµε στο Βαρώσι και φτάσαµε στο νοσοκοµείο, ξεκίνησαν οι Εγγλέζοι να βοµβαρδίζουν το Βαρώσι. Ίσα- ίσα που πρόλαβα να κρυφτώ κάτω από ένα κρεβάτι. Τα βλήµατα από τις σφαίρες χτυπούσαν στα τζάµια, αν ήµασταν έξω δεν θα γλιτώναµε».

«Τα σχέδια, λοιπόν, αναβλήθηκαν και επέστρεψα πίσω στο χωριό µου. Ένα χρόνο αργότερα έρχεται ξανά ειδοποίηση για να παρακολουθήσω τα µαθήµατα. Ο δρόµος ήταν µονόδροµος. Παίρνω ξανά τον δρόµο για το Νοσοκοµείο Βαρωσιού. Με το που µπήκα στο νοσοκοµείο, ούτε εγώ η ίδια δεν κατάλαβα πως έκανα στροφή 180 µοιρών και τελικά αγάπησα αυτό το επάγγελµα. Έβλεπα τις νοσοκόµες και τις δασκάλες µου που ήταν τόσο όµορφες, περιποιηµένες και βαµµένες και ήθελα να γίνω και εγώ σαν αυτές. Μέσα σε δύο µήνες έµαθα πράγµατα που άλλες, ενώ ήταν εκεί για έναν χρόνο, δεν ήξεραν. ∆ιάβαζα εντατικά, ρωτούσα, έδειχνα ενδιαφέρον. Μου άρεσε η όλη διαδικασία της γέννας, το αγάπησα το επάγγελµά µου. Άκουα βέβαια και πολύ κολακευτικά λόγια, ότι ήµουν καλή σ’ αυτό που έκανα, και αυτό µου έδινε κίνητρο να προσπαθώ ακόµη περισσότερο».

Έτσι, το Φρέναρος και τα περίχωρα που επέλεξε η κυρία Ελένη να υπηρετήσει, ήταν η περιοχή που επρόκειτο να ασκήσει ένα λειτούργηµα, που την έβαλε στην καρδιά όλων των ανθρώπων και ιδιαίτερα των γυναικών. Ξεγεννούσε περίπου 100 µωρά τον χρόνο, τα 50 µόνο στο Φρέναρος. «Κάθε φορά που γεννούσα ένα παιδί ένιωθα µεγάλη χαρά. Έχει χαρά, όση δεν µπορείς να φαντασθείς ιδίως όταν το µωρό γεννιόταν χωρίς κανένα πρόβληµα. Έχει όµως και ευθύνη. Τα ζητήµατα της κύησης και τοκετού κυρίως, ήταν στα χέρια της παραδοσιακής µαµής. Αν τα νεογέννητα είχαν πρόβληµα έπρεπε να το αναγνωρίσουµε. Είχε φορές που γεννιόντουσαν κίτρινα και αυτό σήµαινε ότι είχαν ίκτερο. Έπρεπε αυτά τα παιδιά να τα στείλουµε νοσοκοµείο. Ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. ∆εν είχαµε υπερηχογράφους για να δούµε πώς αναπτύσσεται το παιδί, τι θέση έχει πάρει και αν βγαίνει κανονικά ή µε τα πόδια. Όλες τις πληροφορίες τις παίρναµε µε το ακουστικό και την ψηλάφηση… Κάθε τοκετός, ήταν µια εµπειρία και κάθε τοκετός ξεκινούσε µε τον ίδιο βαθµό δυσκολίας. Πολύ συχνά εξελισσόταν γρήγορα και εύκολα. Άλλες φορές αντιµετωπίζαµε δυσκολίες. Η ευθύνη µας ήταν διπλή απέναντι σε έναν άνθρωπο που είχαµε µπροστά και σε έναν άλλο που περιµέναµε και θέλαµε να βγει γερός».

Η αναγνώριση για το φύλο του νεογέννητου γινόταν, επίσης, µε το ακουστικό. «Το βρίσκαµε µε τ΄αυτί! Κατά προσέγγιση βέβαια. Βάζαµε το στηθοσκόπιο πάνω στην κοιλιά. Αν ο παλµός ήταν λεπτός και γρήγορος, τότε θα ήταν κορίτσι. Αν ήταν αργός και βαρύς τότε ήταν αγόρι. Ποτέ δεν πέσαµε έξω».

Η αµοιβή της τζιυράς Μαµµούς για τον τοκετό ήταν συνήθως τρεις λίρες. Στους φτωχούς ζητούσε πολύ λιγότερα, κάποιες φορές δύο λίρες και κάποιες άλλες µιάµιση. Όπως µας εκµυστηρεύεται, είχε και πολλούς χουβαρντάδες που της έδιναν πολύ περισσότερα. Εξάλλου οι γέννες στις κλινικές κόστιζαν περίπου 30 λίρες.

Κλείνοντας, παραδέχεται πως θα ήθελε να εξασκούσε το επάγγελµα µέχρι το τέλος της ζωής της: «Μακάρι να µπορούσα να δουλεύω µέχρι σήµερα. Είµαι πολύ ευχαριστηµένη και περήφανη µε όσα έµαθα και έζησα». Αν και η ίδια θεωρεί πως σταµάτησε νωρίς το έργο της, εντούτοις έµεινε στη µνήµη όλων των ανθρώπων εκείνης της εποχής. ∆εν θυµάται πόσα παιδιά συνολικά ξεγέννησε. Την θυµούνται όµως αυτά µε µεγάλο θαυµασµό.