URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Friday night

Letters from Juliette

Friday night

∆εν ξέρω πώς τα καταφέρνω να είµαι πρώτη και καλύτερη στις συµβουλές για φίλους, γνωστούς και συναδέλφους και όταν πρόκειται για εµένα να κάνω όλες τις λάθος κινήσεις. Ακόµα και στα πολύ βασικά δεν πιάνω τη βάση. Τραγικό; Είναι λες και σταµατά να λειτουργεί το κοµµάτι του εγκεφάλου, που ελέγχει την ισορροπία της λογικής και των συναισθηµάτων.

∆υστυχώς στην περίπτωσή µου η λογική πάει περίπατο και το συναίσθηµα κάνει µη ελεγχόµενα πάρτι άνευ προηγούµενου. Είναι λες και µεταµορφώνοµαι σε ‘σβούµ’!

Πόσες φορές να ζήσουµε αυτό το σκηνικό; Είµαι ανεπίδεκτη µαθήσεως ή έχω µνήµη χρυσόψαρου, όπως µου είχε πει ένας πρώην. Ο συγκεκριµένος δεν καταλάβαινε πώς ξεχνούσα µε τόση ευκολία συµβάντα και συµπεριφορές.

Πρέπει να νόµιζε ότι είµαι χαζούλα. Μπορεί και να είµαι. Η αλήθεια είναι ότι προσπερνώ αρνητικά συµβάντα και πάω παρακάτω µε συνοπτικές διαδικασίες και σπάνια γυρίζω πίσω. ∆εν λέω, αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό αλλά ούτε και κακό.

Κάνω διαγραφή από τη µνήµη, αλλά µάλλον µόνο από το ‘short memory’. Όλα είναι αποθηκευµένα στο σκληρό δίσκο κάπου σε ένα ξεχασµένο φάκελο του εγκεφάλου µου. Εκεί είναι όλα και υποβόσκουν. Κάποτε θα γίνει έκρηξη πού θα πάει.

Πάλι χάθηκα στις σκέψεις µου, αλλά ευτυχώς που σήµερα θα έχω έξοδο και αναγκαστικά θα πατήσω ‘pause’ στο µυαλό µου το οποίο όλη µέρα τρέχει.

Τέλεια! Ετοιµάστηκα, έβαλα το κραγιόν το κόκκινο, που είναι της µόδας, χτένισα το µαλλί και κατευθύνθηκα προς το κέντρο της πόλης. Πάρκαρα στο γνωστό σηµείο. Έλειπε ο ‘προσωπικός’ µου παρκαδόρος. Κρίµα! Συνήθισα να είναι πάντα εκεί και να µε ρωτά αν είµαι καλά. Τι καλός κύριος.

Βρήκα τη φίλη µου, τη Νάντια και µέσα σε 5 λεπτά έφαγα και την πρώτη µου πόρτα. Πήγα πίσω στο 1995, όπου η πόρτα ήταν ο χειρότερός µου εφιάλτης. Το προσπέρασα όµως. Σε κάποια πράγµατα ωρίµασα τελικά.

Πήγαµε στο επόµενο µπαράκι, όπου είχε ξεµείνει µια γωνίτσα στο µπαρ δίπλα από µια πιατέλα µε φρούτα. Μια χαρά, ας µην κάνουµε τις δύσκολες, καθότι δύσκολες εποχές για πριγκίπισσες και ιδιοτροπίες.

Καθόµαστε στο µπαρ, όπου στεκόταν ένας συµπαθητικός νεαρός. Μάλλον barman είναι σκέφτηκα. Φυσικά δεν σέρβιρε ποτά. Γυρνάω και λέω ασυναίσθητα: “Ο dj Γιώργος που είναι; Άκουσα ότι δουλεύει εδώ τις Παρασκευές; Μα που είναι το dj box;”

“Εγώ είµαι ο dj!” Μου λέει ο νεαρός. “Ο Γιώργος δεν παίζει σήµερα.”

Κοκκίνισα. “Συγγνώµη! ∆εν κατάλαβα ότι! Εγώ δεν!” Ξαφνικά βρήκα και το νόηµα του υπολογιστή που είχε µπροστά του ο νεαρός, ο οποίος χαµογέλασε και συστήθηκε. “Βαγγέλης!” Τέλεια! Τι να πω εγώ; Πώς να συστηθώ;

Ως κοιµισµένη καλλονή; Συστήθηκα και είπα και την ηλικία µου, για να µη νοµίζει ότι είµαι ανήλικη και απαγορεύεται το αλκοόλ. Τα 18 τα έκλεισα και είπα να το διευκρινίσω.

“Μα καλά! ∆εν βάφτηκες καθόλου σήµερα!” µου λέει η Νάντια.
“Τι λες κοπέλα µου” απαντάω. Έβαλα make up, σκιά, το κόκκινο κραγιόν! Βεβαίως, βεβαίως!”
“Ούτε που φαίνεται!” µου λέει η Νάντια.

Μέγα απογοήτευσης! Ρούφηξα απότοµα το πότο µου από τη στεναχώρια. Βότκα γκρέιπφρουτ σε χαµηλό ποτήρι και ξερό ψωµί.

Γυρνάω και κοιτάω τον Βαγγέλη. Αλλά ο Βαγγέλης κοιτάει την νεοτάτη κοπελίτσα στα αριστερά µου. ∆εύτερη µέγαλη απογοήτευση.

Πέρασε η ώρα και είπα να αποχωρήσω. Αρκετά για ένα βράδυ. Πάω στο παρκινγκ και µέχρι να µου φέρουν το αυτοκίνητο έρχεται ο προσωπικός µου παρκαδόρος.

“Τι κάνεις;” µε ρωτάει.

Χαµογελώ και συνοµιλώ µαζί του. Τι καλός και ευγενικός. Πόσο σπάνιο στις µέρες µας.

Ξέχασα και τον Βαγγέλη και την κοπελίτσα και το κόκκινο κραγιόν!

Πήγα σπίτι και µπήκα στο ιντερνέτ. ∆ιάβασα όλα τα κακά νέα για το Παρίσι. Κοιµήθηκα ελάχιστα. Αυτό, δυστυχώς, δεν νοµίζω να το ξεχάσω εύκολα. ∆υστυχώς για έµενα και δυστυχώς για όλο τον πλανήτη και για το τι πιθανόν να ακολουθεί! Πρέπει όµως να βρούµε τη δύναµη να σκεφτούµε θετικά….! Μπορούµε αράγε;