URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Έτσι τα θυμάμαι – του Χρίστου Κυριάκου

Έτσι τα θυμάμαι – του Χρίστου Κυριάκου

Γύρισα το απόγευμα στο σπίτι, καταϊδρωμένος. Άρχισα να βγάζω παπούτσια, κάλτσες, κολλητικές ταινίες, περικνημίδες και ό,τι άλλο βάραινε τα πόδια μου. Αφότου τελείωσα με αυτά άρχισα να ξεβιδώνω τις τάπες απ’ τα παπούτσια για να καθαρίσω τις εισδοχές. Είχα διαβάσει σ’ ένα περιοδικό ότι πρέπει να περιποιείσαι τις τάπες για να μην χαλάνε εύκολα. Καθώς το έκανα είδα και τον πατέρα μου να κρυφογελάει και τον ρώτησα.

– Προς τι το γέλιο αν επιτρέπεται;
– Τίποτα γιε μου, θυμάμαι τα δικά μου.
– Ποια δικά σου; Παίζατε και εσείς μπάλα;

«Αν παίζαμε; Εμείς και αν παίζαμε, όχι εσείς τώρα. Βέβαια τότε ήταν ένα παιχνίδι. Τώρα πλέον άλλαξε. Τίποτα δεν θυμίζει το όμορφο ποδόσφαιρο που παίζαμε μικροί. Τα θυμάμαι λες και ήταν χτες, αλήθεια, λες και δεν πέρασε μια μέρα, απ’ εκείνα τα όμορφα χρόνια.

Περιμέναμε πως και πως, να βρεθούμε όλοι στον προκαθορισμένο χώρο, ώστε να ξεκινήσουμε το παιχνίδι. Άμεσα βρίσκαμε δυο άτομα που θα ήταν οι αρχηγοί των ομάδων. Αυτοί, “έβαζαν πόδια” ή έριχνα πλακουδερή πέτρα, αφού έφτυναν στη μια πλευρά, προκειμένου να δουν ποιος θα διαλέξει πρώτα. Άρχιζαν από τους καλύτερους μέχρι να φτάσουν στους πιο αδύνατους. Εννοείται πως δεν υπήρχαν θέσεις. Ο καθένας έπαιζε όπου ήθελε. Τερματοφύλακα, σχεδόν πάντα, βάζαμε τον πιο παχουλό, που δεν μπορούσε να τρέξει γρήγορα.

Οι μπάλες, την δεκαετία του 50, ήταν λιγοστές. Υπήρχαν όμως και 2-3 μπάλες κανονικές που τις είχαν οι σύλλογοι ή τα σχολεία. Αυτές είχαν εσωτερικό, με λαιμό, τον οποίο έδεναν, μετά το φούσκωμα, τον έσπρωχναν στα εσωτερικά δερμάτινα τοιχώματα και μετά με ένα σπάγκο ή πέτσινο κορδόνι έσφιγγαν τα χείλη της μπάλας, όπως περίπου το παπούτσι, για να κλείσει και να πάρει σχήμα. Τις περισσότερες φορές όμως, η μπάλα, ήταν πάνινη γεμάτη κουρελόπανα ή μικροσκοπική λαστιχένια. Αραιά και που παίζαμε και με ‘φούσκα’ του χοίρου ή με αδειανό τενεκεδένιο κουτόγαλα. Με ότι βρίσκαμε.

Τα περισσότερα παιδιά έπαιζαν μπάλα ξυπόλυτα. Άλλα φορούσαν μόνο το ένα παπούτσι. Ο λόγος ήταν ότι οι γονείς εκνευρίζονταν που καταστρέφαμε τις σόλες των παπουτσιών. Ξέρεις, ο κόσμος ήταν φτωχός γιε μου. Δεν υπήρχε η ευχέρεια να αγοράσεις άλλα παπούτσια. Όμως το χαιρόμασταν.

Όσον αφορά τα γήπεδα, εννοείται ότι δεν υπήρχαν. Όπου βρίσκαμε χώρο. Από αλώνια, σε φαρδιούς δρόμους και αλάνες. Παντού. Ακόμη και δένδρο να είχε μέσα στην μέση, πάλι το παιχνίδι ξεκινούσε. Αυτό μας έκανε να αλλάζουμε και λίγο τους κανόνες και να καινοτομήσουμε δικούς μας. Όταν ήμασταν λίγα άτομα παίζαμε μονότερμα, δηλαδή χωριζόμαστε σε δύο ομάδες και βάζαμε γκολ μονάχα σε ένα τέρμα. Εδώ ίσχυε ένας άλλος κανόνας που ονομαζόταν τρία κόρνερ, ένα πέναλτι. Δηλαδή η ομάδα που θα παραχωρούσε τρία κόρνερ θα χρεωνόταν με ένα πέναλτι. Αυτό ίσχυε και σε άλλα παιχνίδια που καινοτομούσαμε αφού στους περισσότερους χώρους που παίζαμε δεν υπήρχε χώρος να εκτελεστεί το κόρνερ, έτσι ίσχυε αυτός ο νόμος.

Ένα άλλο παιχνίδι που καινοτομήσαμε ήταν οι ομάδες. Εδώ ο καθένας ήταν μοναχός του και έπαιζε ενάντια σε όλους. Ψιθυρίζαμε μια ομάδα της επιλογής μας στον τερματοφύλακα και αυτός το κρατούσε μυστικό. Όποιος έβαζε τέρμα έλεγε 3 ομάδες. Αν έβρισκε την ομάδα που είχε πει στον τερματοφύλακα έβγαινες απ’ το παιχνίδι. Αυτό γινόταν ώστε να φύγουν όλοι και να μείνει μονάχα ένας με τον τερματοφύλακα.

Τα παιχνίδια, συνήθως, τελείωναν μόνο όταν έμπαινε το τελευταίο τέρμα. Λόγω του ότι δεν υπήρχαν ρολόγια, άρα ούτε χρονομέτρηση του αγώνα, προαποφασιζόταν στα πόσα γκολ θα τέλειωνε το παιχνίδι. Έτσι αν για παράδειγμα η συμφωνία ήταν στο πέμπτο γκολ, νικούσε η ομάδα που θα το πετύχαινε πρώτη.

Διαιτητές και επόπτες ήμασταν εμείς οι ίδιοι. Αφού διαιτητής δεν υπήρχε, τα αποφασίζαμε από μόνοι μας. Δεν λέω, υπήρχαν και οι αψιμαχίες αν μπήκε γκολ ή όχι αφού για δοκάρια είχαμε πέτρες.

Θυμάμαι και τους γείτονες που φώναζαν κάθε λίγο και λιγάκι. Άλλοι μας έδιωχναν. Πόσα να υποστούν και αυτοί. Τους λερώναμε τους τοίχους. Καμιά φορά σπάζαμε και κανένα τζάμι και μας έτρεχαν με το σκουπόξυλο!. Ήταν όμορφα χρόνια όμως, ξέγνοιαστα. Το παιχνίδι τότε είχε ιδιαίτερη σημασία στη ζωή μας. Και όμως αυτό ήταν το ποδόσφαιρο που αγαπήσαμε. Ταπεινό, με την άγρια ομορφιά του. Χωρίς πολλά – πολλά. Έτσι ακριβώς το θυμάμαι».

Έμεινε μερικά λεπτά σιωπηλός και είδα το δάκρυ του να κυλάει αργά – αργά στο μάγουλο του. Από σεβασμό κοίταξα προς τα κάτω και αντίκρυσα τα μπιχλιμπίδια που φορούσα προκειμένου να πάω να παίξω μπάλα. Δεν το κρύβω, ένιωσα περίεργα, ίσως και λίγο ηλίθιος, αν σκεφτείς πως ήταν και που φτάσαμε.