URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Ένας περήφανος βοσκός

Αντρέας Χρίστακκος, 63 ετων, Μουσουλίτα - της Βέρας Κοσμά

Ένας περήφανος βοσκός

Ο Αντρέας Χρίστακκος από το Αυγόρου είναι ένας περήφανος βοσκός, ποιητάρης και συνεχιστής της παράδοσης. Με εφόδια το ταλέντο που έχει στα τσιαττιστά και το πιθκιάβλι, σκορπά την κυπριακή παράδοση σε όλες τις γωνιές του κόσµου.

«Της Κύπρου η παράδοση πάει σιηλιάες χρόνια
Ποττέ της εν νοθεύκεται µα µεταλαµπαδεύκεται από τον παππού στα εγγόνια».

Έτσι περιγράφει την παράδοση της Κύπρου ο Αντρέας Χρίστακκος, ένας από τους σπουδαιότερους ποιητάρηδες της κυπριακής παράδοσης. Γεννηµένος στο χωριό Μουσουλίτα το 1953 και φοιτώντας µόνο µέχρι την Α΄ ∆ηµοτικού, τίποτα δεν προµήνυε την πορεία που θα ακολουθούσε στην ποίηση και στην εξέλιξη της κυπριακής παράδοσης και ιστορίας, ο µικρός βοσκός και χασάπης του χωριού. Γόνος µιας φτωχής οικογένειας, έζησε µέσα σε συνθήκες που ακόµα και ο ίδιος αναρωτιέται πώς επέζησε.

«Συνήθως όλοι αναπολούµε τις στιγµές που ήµασταν µικρότεροι. Τα πρώτα χρόνια της ζωής µου τα έζησα µεταξύ της Μουσουλίτας και του Αυγόρου. Ήταν όµορφα χρόνια, αν και πολλές είναι οι φορές που αναρωτιόµαστε πώς τα καταφέραµε και επιβιώσαµε. Όταν ήµουν Α’ ∆ηµοτικού µε έβγαλαν από το σχολείο για να προσέχω το κοπάδι. Τότε έξι χρονών θεωρούµασταν ολοκληρωµένοι άντρες και ζούσαµε έξω στα χωράφια µε τα κοπάδια. Θυµάµαι ότι µε τις συνθήκες που ζούσαµε είχαµε πολλά ατυχήµατα. Εγώ έτυχε να πέσω µέσα στο λάκκο και να µείνω εκεί για σχεδόν δύο µέρες. Όλοι µε έψαχναν, και όπως µου είπαν, µετά από 24 ώρες είχαν πλέον πιστέψει ότι είχα πεθάνει. Μέχρι που µε βρήκε ο θείος µου ο Πριγκόπουλος. Μόλις ανέβηκα πάνω και ένιωσα ότι σώθηκα, λιποθύµησα έχασα τις αισθήσεις µου».

«Ακόµα θυµάµαι την ηµέρα που έγινε ένας µεγάλος σεισµός στην Κύπρο. Ήταν Σεπτέµβριος και άρχισε να κάνει υπερβολικό κρύο για τα δεδοµένα της εποχής, έτσι  πήγα να φυλαχτώ κάτω από ένα σπήλιο. Ήµουν µ’ έναν γέρο στα χωράφια και ως παλιός, που αναγνώριζε τις καιρικές συνθήκες, αντιλήφθηκε ότι κάτι κακό θα γινόταν. Ήρθε µε τράβηξε από τον σπήλιο και σε κλάσµατα δευτερολέπτων άρχισε να σκίζει η γη, οι σκύλοι να γαβγίζουν και ο σπήλιος να καταρρέει ολόκληρος. Για ακόµη µια φορά είχα τους Άγιους µε το µέρος µου».

«Σήµερα λέω αυτές τις ιστορίες στους νέους και είναι λες και τους µιλάς σε άλλη γλώσσα.  Τώρα δεν έχει ούτε νέους βοσκούς, ούτε νέους περβολάρηδες. Τώρα µε τις νέες µηχανές ο περβολάρης κάθεται στον καφενέ και το χωράφι ποτίζεται µόνο του. Πριν ο περβολάρης πότιζε µε την τσάπα. Είχαν ανάγκη εργατικά χέρια, γι’ αυτό και τα παιδιά έβγαιναν από το σχολείο για να βοηθήσουν».

«Η δουλειά µου ήταν πάντα βοσκός, αλλά όταν έγινα δεκαπέντε χρονών εργάστηκα και ως χασάπης. Οι γάµοι γίνονταν µέσα στα σπίτια και σφάζαµε τα ζώα από την προηγούµενη νύχτα. Ήταν κάτι που µε έβαζαν οι γονείς µου να κάνω, αφού τότε αν δεν ακούγαµε τους γονείς µας, µας εδέρναν. Έµαθα τη δουλειά και στα δεκαπέντε µου πήγα σαν χασάπης στα σφαγεία. Μετά έκανα κοπάδι δικό µου και έµεινα βοσκός».

«Το τσιάττισµα άρεσκε µου που µιτσής. Ερχόταν ο Πιερέττης, ο Τάκκας κάθονταν, έπιναν, τραγουδούσαν και έπαιζαν τα βκιολιά τους. Τότε σπίτι µου µπορούσαν να κάθονται τρεις µέρες και τρεις νύχτες. Και εµένα επειδή άρεσκε µου, καθόµουν µαζί τους και προσπαθούσα να τραγουδήσω».

Γεγονός το οποίο κατάφερνε µε επιτυχία, αφού σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών έπιασε πρωτείο στο Βαρώσι. Ένα στα τσιαττιστά και ένα στο πιθκιάβλι. Πιθκιάβλι έπαιζε ο παππούς του και ο πατέρας του και ο Χρίστακκος, ως συνεχιστής της παράδοσης, έµαθε να µην το αποχωρίζεται ποτέ. Ακόµα και σήµερα το έχει συνεχώς µαζί του. Τη νύχτα που κοιµάται το βάζει στο προσκέφαλό του, µας εξοµολογείται.

Στην ερώτησή µας αν υπάρχουν άξιοι συνεχιστές σε αυτό που κάνει µας απαντά: «Πολλοί είναι αυτοί που θα βρεθούν να παίξουν πιθκιάβλι, αλλά δεν θα βρεθούν να παίξουν τόσο καλά όσο παίζαµε και παίζουµε εµείς. Ήταν όλο το βίωµα και ο τρόπος που ζούσαµε που αποτυπώθηκε στη µουσική µας. Η παράδοση δεν θα χαθεί, αλλά δεν θα είναι τα πράγµατα όπως παλιά».

Σήµερα µπορεί να έχει πει πάνω από 2.000 τραγούδια και τα πιο πολλά, όπως µας παραδέχεται, βγαίνουν από προσωπικά του βιώµατα. «Το τσιάττισµα φέρνει το µαζί του ο άλλος. Άµα δεν το έχει στο αίµα του, όσο και να προσπαθήσει δεν θα τα καταφέρει να πει τραγούδι».

Μια φορά, έχοντας προβλήµατα υγείας, λιποθύµησε στη φάρµα του καθώς έπαιζε πιθκιάβλι. Όταν έφερε τις αισθήσεις του είπε:

«Ήρτεν ο χάρος τζ’ ήβρεν µε σαν έπαιζα πιθκιάβλι
Απόξω που ειν’ η µάντρα µου δαµέ που εν τω προσαύλι.
Λαλεί µου είµαι πεµπάµενος του Άδη να σε πάρω
τζ’ έπαιξα τον αµανέ έτσι στο άρον-άρον
τζ έπιασε τα κλάµατα λαλεί του έτσι πλάσµατα να πάρω εν κιάρω».

Θα έµπαινε στο χειρουργείο και πριν από αυτό έπαιξε πιθκιάβλι, γιατί φοβόταν ότι θα ήταν η τελευταία του φορά. Και όταν βγήκε από το χειρουργείο πάλι έπαιξε πιθκιάβλι: «Λειτουργούσε σαν φάρµακο για µένα».

Ο Αντρέας Χρίστακκος είναι ολιγογράµµατος και την ίδια στιγµή διανοούµενος. Έζησε τη ζωή του, όπως θα έπρεπε όλοι να την ζούµε. Γνωρίζει πράγµατα που σε δέκα ζωές δεν θα µάθουµε. ∆υστυχώς υπάρχουν άτοµα που ούτε καν γνωρίζουν το όνοµά του, πολλοί δεν αναγνωρίζουν το πρόσωπό του, όλοι όµως αναγνωρίζουν τη φωνή του. Ο ίδιος δεν επιζητεί δόξα, ούτε λεφτά. Το κάνει γιατί το αγαπά, είναι το µεράκι του.