URBAN.CULTURE.MAGAZINE

El Maestro

Της Βέρας Κοσµά

El Maestro

Έχει γράψει µουσική για συναυλίες, θέατρο και τηλεόραση. Είναι ο µαέστρος της ∆ηµοτικής Χορωδίας ∆ερύνειας, τα έργα του έχουν βραβευτεί σε Κύπρο και εξωτερικό και φέτος έκανε αίσθηση µε τη µουσική του για τη θεατρική παράσταση «Μάνα Κουράγιο». Ο λόγος για τον Γιώργο Καλογήρου, ο οποίος φιλοξενείται στο περιοδικό µας σε µια συνέντευξη στην οποία µας ξετυλίγει τη ζωή του και αναλύει τη σχέση του µε τη µουσική.

Ας πιάσουµε τη ζωή σας από την αρχή. Πού γεννηθήκατε και σε ποιες γειτονιές περάσατε τα πρώτα σας εφηβικά χρόνια;

Γεννήθηκα στη Λευκωσία, στον Στρόβολο και συγκεκριµένα στην περιοχή της ∆ασούπολης. Η καταγωγή µου είναι από το Φρέναρος και την Αθηένου. Τα πρώτα µου εφηβικά χρόνια τα πέρασα στον Αγρό, όπου φοίτησα τα γυµνασιακά µου χρόνια λόγω διορισµού των γονιών µου στο Απεήτειο Γυµνάσιο αλλά και στη Λευκωσία όπου συνέχισα τα λυκειακά µου χρόνια. Η Λευκωσία όπως την έζησα στην εφηβεία µου ουσιαστικά ήταν η παλιά πόλη µε τα λιγοστά – τότε – κεφενεδάκια, τα σοκάκια, τα µαγειριά και τις µουσικές σκηνές της. Στον Αγρό αγάπησα την υπέροχη φύση του τόπου µου, τα βουνά, τους απλούς και αξιοπρεπείς ανθρώπους. Αν προσέξει κανείς τη δουλειά µου, θα δει ότι η παλιά Λευκωσία και τα βουνά της Κύπρου είναι διάσπαρτα στα τραγούδια µου.

Σε ποια ηλικία ανακαλύψατε ότι σας αρέσει η µουσική και ότι θα θέλατε να ασχοληθείτε στο µέλλον επαγγελµατικά;

Η µουσική µου άρεσε από τότε που θυµάµαι τον εαυτό µου. Αποφάσισα να γίνω µουσικός αρκετά νωρίς, στην ηλικία των 12 χρόνων. Κι από τότε προσπαθώ να µην ξεφύγω απ’ τον στόχο µου.

Ποιοι συνθέτες και µουσικοί γενικότερα υπήρξαν πρότυπα ή φωτεινοί οδηγοί για εσάς;

Πρότυπα για µένα ήταν και είναι άνθρωποι, όχι µόνο µουσικοί, αλλά και άλλων… ειδικοτήτων, που παλεύουν µέσα σε δύσκολους και πονηρούς καιρούς για ότι καλύτερο µπορούν στην τέχνη, έχοντας σαν όραµα τους έναν καλύτερο κόσµο. Μουσικά όµως, ριζώθηκαν µέσα µου «ο ήχος της Θεσσαλονίκης» του Νίκου Παπάζογλου, του Σωκράτη Μάλαµα, του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του «Νέου κύµατος» και του «Πολιτικού τραγουδιού» των δεκαετιών ’60-’70. Εννοείται ότι η γνωριµία και η συνεργασία µου µε σπουδαίους συνθέτες όπως ο Χρήστος Λεοντής, ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης, ο Ευαγόρας Καραγιώργης, ο Χρυσόστοµος Σταµούλης και ο Στέλιος Πισής ήταν και είναι για µένα «σχολείο» καλλιτεχνικού ήθους! Και τους ευγνωµονώ γι’ αυτό!

Την επαφή µε το είδος της βυζαντινής και παραδοσιακής µουσικής την είχατε από παιδί;

Την επαφή µε τη Βυζαντινή Μουσική, ναι. Κατάγοµαι από θρησκευόµενη οικογένεια και ο κυριακάτικος εκκλησιασµός πάντα ήταν στη ζωή µας. Στο σπίτι όµως δεν ακούγαµε Βυζαντινή Μουσική, ακούγαµε άλλα πράγµατα. Ακούγαµε έργα Θεοδωράκη, Μαρκόπουλου, Λεοντή, Ξαρχάκου κ.α. Η παραδοσιακή µουσική υπήρχε στο σπίτι ως αξία, αλλά τη µελέτησα καλύτερα, όταν έκανα µαθήµατα βιολιού για 15 χρόνια. Όταν πήγα Θεσσαλονίκη για σπουδές και έµεινα εκεί εννιά χρόνια, γνώρισα όλο αυτό τον πλούτο της παραδοσιακής µας µουσικής, ενταγµένο στον πλούτο των παραδοσιακών µουσικών της Μεσογείου.

Τι είναι αυτό που αναζητάτε ως Μουσικός – Συνθέτης µέσα από τα διάφορα είδη µουσικής;

Να µπορώ να επικοινωνήσω µε τους άλλους δηµιουργούς µέσω των έργων τους και να µπορώ να βρίσκω στο έργο τους κάτι από τον εαυτό µου. Η σύνθεση είναι µια επικοινωνία των ανθρώπων κι όχι µια µοναχική διεργασία. Όταν ο συνθέτης γράφει µε αποδέκτη τον συνάνθρωπό του κι όχι τον εαυτό του, τότε το έργο του µένει στην ιστορία. Όταν δεν υπάρχει επικοινωνία συνθέτη-ακροατή, επειδή ο συνθέτης κάνει µόνο το καπρίτσιο του, τότε το έργο του καταδικάζεται σε αφανισµό.

Από πού αντλείτε την έµπνευσή σας για τις συνθέσεις σας και για τους στίχους σας;

Γράφω αυτά που θέλω να µοιραστώ µε κάποιον σε έµµετρο λόγο. Μια ιδέα, µια ιστορία, µια παρηγοριά. Η µουσική έρχεται µετά, µέσα από τα ακούσµατα µου και σχεδόν πάντα καθορίζεται από τον στίχο.

Σε τι στοχεύει η µουσική του Γιώργου Καλογήρου;

Να υπηρετεί τον άνθρωπο και το πνεύµα του. Τίποτα άλλο.

Ποιο είναι το κυρίως όργανο στο οποίο γράφετε συνθέσεις;

Εξαρτάται από το τι θέλω να γράψω, το ύφος που µου υποβάλλει ο στίχος ή το ποίηµα που έχω στα χέρια µου. Άλλοτε στο πιάνο, άλλοτε στην κιθάρα, άλλοτε στο λαούτο. Κάποιες φορές δεν έχω όργανο στα χέρια µου και γράφω κανονικά σαν να έχω, από εµπειρία πια.

Ακούω πολλούς ανθρώπους που έχουν καταφέρει κάτι µεγάλο στη ζωή τους να λένε ότι το οφείλουν στην τύχη. Εσείς πιστεύετε στην τύχη;

Πιστεύω στην τύχη αλλά δεν τ’ αφήνω όλα σ’ αυτήν, κινώ κι εγώ το χέρι µου.

4S5A9503

Πιστεύετε ότι για να γίνει κάποιος µουσικός – συνθέτης πρέπει να έχει ταλέντο; Και τι είναι ταλέντο για εσάς;

Το ταλέντο είναι σηµαντικό αλλά δεν είναι το παν! Πάντα πίστευα, το λέω και στους µαθητές µου, ότι το ταλέντο είναι µόνο το δέκα τοις εκατό στον µουσικό. Το υπόλοιπο ποσοστό είναι η µελέτη και η άσκηση. Το ταλέντο είναι σαν το καύσιµο στο αυτοκίνητο. Το χρειάζεται για να κινηθεί, αλλά άµα ο οδηγός είναι κακός ή ανίκανος, το καύσιµο δε σε πάει πουθενά από µόνο του.

Προσωπικά σαν άτοµο ποσό ευάλωτος είστε; Πιστεύετε ότι οι εξωτερικές επιρροές που δεχόµαστε µπορεί να µας καθορίσουν την πορεία στη ζωή;

Νοµίζω ότι είµαι ευάλωτος σε λογικά πλαίσια, όπως κάθε νέος, που οραµατίζεται ένα καλύτερο κόσµο και παλεύει σε τέτοιες δύσκολες εποχές. Κάποτε έγραψα ένα τραγούδι που έχει τίτλο «Ανάγκη και µοίρα» µε αφορµή το βιβλίο του ∆ηµήτρη Χατζή «Το διπλό βιβλίο». Το έγραψα την περίοδο που λόγω κρίσης, σκεφτόµουνα αν θα επέστρεφα στην Κύπρο ή όχι. Αυτές οι δύο λέξεις καθόρισαν τη γενιά µου. Ξεκινήσαµε µε όνειρα και ελπίδα γι’ αυτά που τάχθηκε ο καθένας µας να κάνει και ξαφνικά ξεσπά οικονοµική κρίση, ξαφνικά η ανάγκη καθορίζει τη µοίρα µας, κάτι που προηγουµένως δεν το σκεφτόµασταν.

Τι θεωρείτε πρόκληση;

Κάτι που θα µε κάνει να έρθω σε πιθανή ρήξη µε τις βεβαιότητες µου ή να αµφισβητήσω τα «πιστεύω» µου.

Με το έργο «Μάνα Κουράγιο», έχετε πάρει βραβείο µουσικής σύνθεσης στο 6ο πανελλήνιο φεστιβάλ ερασιτεχνικού θεάτρου ∆ιστόµου. Μιλήστε µας λίγο για την όλη διαδικασία και τις εµπειρίες που αποκτήσατε;

Την εµπειρία αυτή τη χρωστώ στην εξαιρετική θεατρική οµάδα «∆ηµιουργείν», που εδρεύει στο Αυγόρου, µε την οποία συνεργάζοµαι τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Αξέχαστη εµπειρία στο ∆ίστοµο. Παίξαµε ένα από τα σηµαντικότερα έργα του παγκόσµιου θεάτρου, το πλέον αντιπολεµικό και αντιµιλιταριστικό έργο, στο «Θέατρο του µαυσωλείου», στον λόφο έξω από την πόλη, κάτω από το καµαράκι, όπου φυλάσσονται τα κρανία των νεκρών της σφαγής από τους Ναζί, που έγινε στις 10 Ιουνίου το ’44. ∆υόµιση ώρες παράσταση, κατάµεστο από κόσµο το ανοικτό θέατρο, µε χαµηλή θερµοκρασία – αν και ήταν Αύγουστος – και δεν άκουγες ούτε ανάσα! Αυτό µας έδωσε θάρρος και δύναµη και µαζί µε την ενέργεια του χώρου, δώσαµε µια εξαιρετική παράσταση, η οποία απέσπασε οκτώ από τα δεκατέσσερα βραβεία του φεστιβάλ! Επέστρεψα άλλος άνθρωπος από αυτό το πολύτροπο ταξίδι.

Εκτός από µουσικός, συνθέτης και τραγουδιστής είστε και καθηγητής. Ο Παλαµάς έλεγε: «Σµίλεψε δάσκαλε τις ψυχές των παιδιών». Ο Γιώργος Καλογήρου το κάνει αυτό; Και εάν ναι, έχετε την αίσθηση ότι τα καταφέρνετε;

Προσπαθώ. Στόχος µου είναι να ασκηθούν οι µαθητές στην αρετή της αισθητικής και της καλλιτεχνικής – και όχι µόνο- ευαισθησίας. Να ψάχνουν στα πράγµατα την ουσία κι όχι µόνο στην εικόνα τους. Αν το καταφέρνω ή όχι δε θα το πω εγώ, αλλά οι ίδιοι οι µαθητές µου.

Υπάρχει κάτι που σας στεναχωρεί στον κόσµο του τραγουδιού;

Πολλά! Κατ’ αρχήν το τραγούδι το αντιµετωπίζουµε ως αναλώσιµο είδος. «Τι και πόσο πουλάει;», όχι «Τι, πώς και γιατί το λέει». Το χρησιµοποιούµε δυστυχώς µόνο για να ικανοποιήσουµε τα ταπεινά µας ένστικτα ή ως παραισθησιογόνο για να «ξεχαστούµε» από τα προβλήµατά µας. Ναι, αλλά τα προβλήµατά µας είναι εκεί. Υπάρχουν και µετά τη δράση του παραισθησιογόνου. Το τραγούδι κατ’ ουσίαν σου δίνει τα κατάλληλα εφόδια για την ψυχική σου καλλιέργεια, ούτως ώστε να κυριαρχήσει η ποιότητα, να πάρεις ψυχικές δυνάµεις και τότε τα προβλήµατά σου αν είναι άλυτα, τουλάχιστον θα ‘χεις το σθένος να τα υπερβείς. Υπάρχει ένα εξαιρετικό κείµενο του Μάνου Χατζιδάκι µε τίτλο «Για το τραγούδι» και συνειδητοποιεί κανείς διαβάζοντάς το ότι χάσαµε τον λόγο της ύπαρξης του εξαιτίας της έλλειψης παιδείας και της κρίσης αξιών, κάτι που εµείς επιτρέψαµε να συµβεί. Υπάρχουν αξιόλογες προσπάθειες ποιοτικού τραγουδιού, αλλά στα κρυφά.

Πώς προέκυψε να είστε ο µαέστρος της ∆ηµοτικής Χορωδίας ∆ερύνειας;

Αναζητούσα µια χορωδιακή εµπειρία στην Κύπρο, γιατί όταν ήµουν Θεσσαλονίκη υπήρξα µέλος για επτά χρόνια της χορωδίας νέων της ενορίας Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστοµος, µε εξαιρετικές συναυλίες στο ενεργητικό της. Συνεπώς χάρηκα πολύ όταν η ∆ηµοτική Χορωδία ∆ερύνειας, µε κάλεσε και µε επέλεξε κατόπιν ακρόασης το 2012 για τη θέση του µαέστρου. Από τότε, µε τη χορωδία παλεύουµε για ό,τι καλύτερο µπορούµε µε άξονα το καλό ελληνικό τραγούδι. Κάθε καλοκαίρι οργανώνουµε µια µεγάλη λαϊκή συναυλία µε ένα έργο ενός συνθέτη και επιλογές από το υπόλοιπο συνθετικό του έργο. Φέτος θα παρουσιάσουµε το έργο «Καπνισµένο τσουκάλι» του Χρήστου Λεοντή, σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, καθώς επίσης επιλογές από το ευρύτερο έργο του συνθέτη, µε σολίστ τους Μίλτο Πασχαλίδη, ∆ηµήτρη Φανή και Αργυρώ Χριστοδούλου. Κείµενα θα ερµηνεύσει ο ηθοποιός Νεοκλής Νεοκλέους. Πάντα λέω ότι η ∆ηµοτική Χορωδία ∆ερύνειας είναι η δεύτερη, µου οικογένεια. Και αυτό λέει πολλά.

*φωτογραφία: Κωστάκης Μούσιης

4S5A9503