URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Αμπελοπούλια – Τα απαγορευμένα!

της Χαρίκλειας Γιάγκου

Αμπελοπούλια – Τα απαγορευμένα!

Μην χαµογελάς και σταµάτα να λιγουρεύεσαι. Στο πιο κάτω άρθρο δεν πρόκειται να παρουσιάσουµε γευστικούς τρόπους µαγειρέµατος των αµπελοπουλιών ούτε αν πρέπει να είναι παράνοµα. Θα προσεγγίσουµε το θέµα από µια άλλη σκοπιά, θα βάλουµε την ιστορία κάτω και θα αναθεωρήσουµε όλα όσα γνωρίζατε για το πιο πολυσυζητηµένο πουλί της Κύπρου.

Αµπελοπούλια! Αυτά τα µικρά ωδικά αποδηµητικά πτηνά καστανού χρώµατος, που συζητά όλο το νησί και που έχουν διχάσει αρκετό κόσµο φροντίζουν να µεταναστεύουν από ήπειρο σε ήπειρο προκειµένου να βρουν ζεστό κλίµα. Για την ακρίβεια µετακινούνται κατά εκατοµµύρια από την Eυρώπη προς τις θερµότερες περιοχές της Mεσογείου και της Aφρικής το φθινόπωρο, ενώ την άνοιξη, επιστρέφουν στις βορειοευρωπαϊκές χώρες για την αναπαραγωγή τους.

Η επιστηµονική τους ονοµασία είναι «Σύλβια η µελανοκόρυφος» (Sylvia atricapilla). Το όνοµα αυτό προέρχεται από το χαρακτηριστικό µαύρο στα αρσενικά και καστανό στα θηλυκά, το οποίο έχουν στην κορυφή της κεφαλής. Σηµαντική είναι η αναφορά στο γεγονός ότι υπάρχουν πολλά συγγενικά πουλιά µε το «αµπελοπούλλιν», τα οποία ανήκουν στην τάξη των Στρουθιοµόρφων (Passeriformes) ή Ξηροβατικών και την οικογένεια των Συλβιδών (Sylviidae).

Η ονομασία ΪαμπελοπούλλινΜ και η Κυπριακή διάλεκτος

Στην κυπριακή διάλεκτο η ονοµασία είναι «αµπελοπούλλιν» ή «αµπεροπούλλιν», όπως το ονοµάζουµε στην περιοχή Aµµοχώστου. Το κοινό κυπριακό τους όνοµα βασίζεται στο γεγονός ότι αναζητούν τροφή στους αµπελώνες, κυρίως έντοµα. Αν και συχνά τρέφονται µε σταφύλια, σύκα και άλλους καρπούς ή σπόρους.

Η πορεία τους προς την Κύπρο

Η αποδηµητική πορεία των αµπελοπουλιών γίνεται κατά µήκος και πλάτος της Μεσογείου. Τα αµπελοπούλια για να φτάσουν στην Κύπρο κάνουν ένα µεγάλο και κουραστικό ταξίδι για το µέγεθός τους κι αφού ακολουθούν το σµήνος µεγαλύτερων πτηνών, φτάνουν στην Κύπρο. Η πορεία, την οποία ακολουθούν προς το νησί µας, φαίνεται να καταλήγει στα παραθαλάσσια βράχια της ευρύτερης περιοχής του ακρωτηρίου της Aγίας Nάπας.

Περνούν από το νησί κατά τους µήνες Αύγουστο/Σεπτέµβριο µέχρι και τους µήνες Οκτώβριο/Νοέµβριο. Μερικά από αυτά να µένουν στην Κύπρο ως επισκέπτες κατά τη διάρκεια της χειµερινής περιόδου, ενώ για άλλα αµπελοπούλια η Κύπρος αποτελεί ένα σταθµό της πορείας τους, αφού µετά συνεχίζουν το ταξίδι τους.

AMPELOPOYLIAMPELOPOYLI

Περιοχές παγίδευσης

Παραδοσιακές περιοχές παγίδευσης των αµπελοπουλιών στο νησί µας θεωρούνται το Παραλιµνι, η Αγία Νάπα, το Λιοπέτρι, η ∆ερύνεια, το Φρέναρος ο Άγιος Θεόδωρος, η Σκαρίνου, ο Μαζωτός και τα Λεύκαρα.

Τα αμπελοπούλια, η Κύπρος και η ιστορική αναδρομή διαμέσου των αιώνων

Παρά την απουσία τεκµηρίων, ωστόσο, πιθανολογείται ότι οι Κύπριοι κυνηγούσαν και κατανάλωναν αµπελοπούλια επί της βασιλείας των Λουζινιάνων (1192-1489). Ο Jean Richard (Γάλλος µελετητής) αναφέρει ότι η θήρα εκείνη την περίοδο, φαίνεται να αποτελούσε περισσότερο ψυχαγωγικό άθληµα για τους ευγενείς Φράγκους, παρά µία δραστηριότητα, η οποία ήταν ενταγµένη στην οικονοµία και το εµπόριο.

Οι παλαιότερες διασωθέντες πηγές, οι οποίες αναφέρονται στα αµπελοπούλια, χρονολογούνται κατά κύριο λόγο τον 16ο αιώνα. Τότε η Κύπρος ήταν υπό τη διακυβέρνηση της ∆ηµοκρατίας της Βενετίας (1489-1570). Κατά τη βενετοκρατία φαίνεται ότι τα αµπελοπούλια, αφθονούσαν στο νησί. Συγκεκριµένα, διατηρηµένα στο ξίδι αποτελούσαν ένα σηµαντικό εξαγωγικό προϊόν και θεωρούνταν ένα εξαίρετο έδεσµα.

Οι µαρτυρίες και τα τεκµήρια πληθαίνουν κατά το 17ο και 18ο αιώνα. Αφού, παρά το γεγονός ότι οι Βενετοί απώλεσαν την Κύπρο, εντούτοις οι εξαγωγές προς τη Βενετία συνεχίζονταν. Άξιο όµως αναφοράς, είναι το γεγονός ότι εξαγωγές αµπελοπουλιών γίνονταν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τις αρχές του 19ου αιώνα, συγκεκριµένα το 1809 ο L. A. Corancez περιηγητής αναφέρει ότι τα αµπελοπούλια στην Κύπρο και ιδιαίτερα στην Kερύνεια, βράζονταν και στη συνέχεια τοποθετούνταν σε πήλινα αγγεία µε ξίδι ή κρασί για να αποσταλούν σε Aνατολή και Eυρώπη, και αποτελούσαν ένα εξαιρετικά νόστιµο έδεσµα.

Oι πληροφορίες, οι οποίες αντλούνται από την περίοδο στην οποία η Κύπρος ήταν βρετανική αποικία, δεν φέρνουν στην επιφάνεια κάποιο νέο δεδοµένο για το ζήτηµα των αµπελοπουλιών. Οι πληροφορίες για τον τρόπο τον οποίο οι Κύπριοι κυνηγούσαν και σύλλεγαν µεγάλο αριθµό πουλιών δεν άλλαξε και πολύ, διότι το κυνήγι γινόταν και εκείνη την περίοδο µε ξόβεργα και η συντήρησή τους γινόταν σε ξίδι ή κουµανταρία.

Όπως φαίνεται µέσα από αυτή τη σύντοµη ιστορική αναδροµή και τις µαρτυρίες τις οποίες υπάρχουν, τα αµπελοπούλια διαχρονικά αποτελούσαν ένα εκλυστικό και γευστικότατο έδεσµα για το νησί µας κι όχι µόνο. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι τα αµπελοπούλια για την Κύπρο αποτελούσαν ένα εµπορικό προϊόν. Ένα εκλεκτό έδεσµα, το οποίο σε προηγούµενους αιώνες παρασκευαζόταν είτε µε ξίδι, είτε µε παραδοσιακό κυπριακό κρασί για εµπορικούς και γαστρονοµικούς σκοπούς.

ALISON-MCARTHURALISON-MCARTHUR

Ενδιαφέροντα στοιχεία

– Τα δίκτυα και τα άλλα µέσα συλλογής αµπελοπουλιών έχουν εισαχθεί σχετικά πρόσφατα ως τρόποι θήρας µικρών πουλιών. Αλλά όπως φαίνεται, τα ξόβεργα αποτελούν µια µέθοδο θήρας η οποία έχει µακρά παράδοση στην Kύπρο. Συγκεκριµένα, για κάποιους αρχαιολόγους ανιχνεύεται σε απεικόνιση αµφορέα του 8ου π.X. αιώνα.

– Ένας Ρωµαίος ευπατρίδης, συγκεκριµένα ο Pietro della Valle, ο οποίος έφτασε στην Kύπρο τον Σεπτέµβριο του 1625, αναφέρει ότι γεύτηκε τα «beccafichi» (ο πληθυντικός του «beccafico») στην Aγία Nάπα. To ενδιαφέρον στοιχείο για την επαρχία µας είναι ότι η συλλογή τους επικεντρωνόταν στην ευρύτερη περιοχή του χωριού της Αγίας Νάπας, όπου µαζεύονταν το φθινόπωρο µεγάλοι αριθµοί αµπελοπουλιών.

– O Ολλανδός περιηγητής Cornelis van Bruyn, ο οποίος παρέµεινε στην Κύπρο κατά τους µήνες Aπρίλιο και Mάιο του 1683, είδε τα «Becquefigues», δηλαδή τα αµπελοπούλια, στην περιοχή Aγίας Nάπας και λέει ότι τα πουλιά αυτά πιάνονταν µε ξόβεργα, «όπως ακριβώς συλλαµβάνουµε µικρά πουλιά στην Oλλανδία».

– Μια µεγάλη ψηφιδωτή σύνθεση του 4ου µ.Χ. αιώνα, γνωστή ως η «Μικρή θήρα», η οποία βρίσκεται στη Σικελία και πιο συγκεκριµένα στη Villa del Casale στην Piazza Armerina, περιλαµβάνει και τη σκηνή δύο κυνηγών, οι οποίοι κρατούν ξόβεργα και ένα πουλί-δόλωµα, το οποίο πιθανότατα αποτελεί πρόγονο του ηχογραφηµένου κελαηδήµατος, µία τεχνική η οποία χρησιµοποιείται στη σύγχρονη ιστορία του κυνηγιού αµπελοπουλιών.

18277273_0A20AA5FCE37B7EF4207725FFA5A81CA_XL18277273_0A20AA5FCE37B7EF4207725FFA5A81CA_XL

Γνωρίζατε ότι…

I. Γνωρίζατε ότι στις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη αναφέρεται η λέξη «àµπελίς», η οποία πιθανολογείται ότι αναφέρεται στα αµπελοπούλια;

II. Γνωρίζατε ότι «συκαλλίδιν» ή «συκαλλούιν» στην Κύπρο αποκαλείται το πουλί το οποίο είναι λιγότερο παχουλό από το «αµπελοπούλλι»;
III. Γνωρίζατε ότι η λέξη «beccafico» φαίνεται να σχηµατίσθηκε από τις ελληνικές λέξεις συκαλίς ή συκοφάγος; Αφού είναι σύνθετη λέξη και η ετυµολογία της έχει ως εξής: beccare = τσιµπώ µε το ράµφος + fico = σύκο.

IV. Γνωρίζατε ότι η φράση «Τούτη εν αµπελοπούλλιν» σηµαίνει ότι µια κοπέλα είναι τρυφερή, παχουλλούδα και πολύ ελκυστική;

V. Γνωρίζατε ότι ο Buffon από τον 18ο αιώνα αναφέρεται στα αµπελοπούλια λέγοντας ότι «αποτελούν γαστρονοµικές απολαύσεις στα τραπέζια της Γαλλίας»;

VI. Γνωρίζατε ότι τα αµπελοπούλια εξάγονταν σε τεράστιες ποσότητες στη Bενετία και τη Pώµη διατηρηµένα σε δοχεία µε ξίδι αφού πρώτα είχαν βραστεί, όχι µόνο ως προϊόν προς πώληση αλλά και για να δοθούν ως δώρο;

VII. Γνωρίζατε ότι τα αµπελοπούλια πολλούς αιώνες πιο πριν µαγειρεύονταν σε κυπριακό κρασί; Πιάτο το οποίο, όπως αναφέρεται, «ικανοποιούσε και τον πιο απαιτητικό ουρανίσκο».

VIII. Γνωρίζατε ότι κατά την Αγγλοκρατία τα ξιδάτα αµπελοπούλια πωλούνταν γύρω στα 7-10 γρόσια τη δωδεκάδα ως έδεσµα πολυτελείας και ότι τα αγόραζαν κυρίως εύποροι αστοί;

Πηγές:
1) Άρθρο «Αµπελοπούλια, παράδοση των Κυπρίων» του Μιχαλάκη Σ. Σχίζα, Εφηµερίδα «Ο Φιλελευθέρος» Νοέµβριος 2012
2) «Περί αµπελοπουλιών ή ένα παραδοσιακό κυπριακό έδεσµα στα ξόβεργα της ιστορίας», in Encarnacion Motos Guirao and Moschos Morfakidis Filactos (eds.), Polyptychon / Πολύπτυχον. Homenaje a Ioannis Hassiotis / Αφιέρωµα στον Ιωάννη Χασιώτη (Granada: Centro de Estudios Bizantinos, Neogriegos y Chipriotas, 2008), pp. 469-484.