URBAN.CULTURE.MAGAZINE

7 ημέρες μεταξύ του «ναι» και του «όχι» – της Μαριάννας Λαζάρου

7 ημέρες μεταξύ του «ναι» και του «όχι» – της Μαριάννας Λαζάρου

Ανακοινώθηκε βράδυ Παρασκευής κι έφερε τα πάνω κάτω και τα κάτω πάνω όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Άλλοι έσπευσαν να υπερασπιστούν το δημοψήφισμα ως μία άνευ προηγουμένου αντιστασιακή πράξη του πρωθυπουργού, κ. Αλέξη Τσίπρα και άλλοι να τον κατηγορήσουν ως τον πιο ανεύθυνο πολιτικό άνδρα που πέρασε ποτέ από τη χώρα, αφού εγκατέλειψε το πεδίο των διαπραγματεύσεων όπως ένας ρίψασπις εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης. Με άλλα λόγια, πάνω στην πιο κρίσιμη κι επίπονη στιγμή.

Τα πράγματα εξελίχθηκαν ακόμα χειρότερα με την αθέτηση της πληρωμής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και το συνεπακόλουθο κλείσιμο των τραπεζών. Ένα πλήθος από άλυτα ερωτήματα άρχισε να μονοπωλεί τις συζητήσεις μας στην ουρά για το ΑΤΜ, το οποίο μεταμορφώθηκε στο πιο πολυσύχναστο στέκι της περιοχής. “Πότε θα ανοίξουν ξανά οι τράπεζες;”, “Τι θα γίνει με τους μισθούς και τις συντάξεις;”, “Θα κάνουν απόβαση οι Γερμανοί στη χώρα, αν απαντήσουμε ναι;”, “Θα καταναλώνουμε ζωικές τροφές αν επικρατήσει το όχι;” και πολλά άλλα, όμως πάντα ίδια, επαναλαμβανόμενα και με όλους τους πιθανούς τρόπους διατυπωμένα ερωτήματα.

Το κείμενο αυτό το γράφω την παραμονή της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, οπότε και οι «σειρήνες» των μέσων μαζικής ενημέρωσης έχουν σιωπήσει βάσει νόμου. Οι αλλεπάλληλες πολιτικές εκπομπές δεν ανέδειξαν μόνο τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει, εξαιτίας των αδέξιων χειρισμών και της απροθυμίας να εφαρμοστούν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Θα μπορούσε να πει κανείς, πως λειτούργησαν σαν ένα βαρομετρικό της πολιτικής μας κουλτούρας, ένα «τεστ» με θέμα το βαθμό αποδοχής των διαφορετικών απόψεων, τη νοοτροπία μας απέναντι σε κρίσιμες στιγμές και τους παράγοντες που οικοδομούν ή αντίθετα, κατεδαφίζουν την εμπιστοσύνη μας σε πρόσωπα και αντιλήψεις.

Παρακάτω, παραθέτω τα δικά μου συμπεράσματα έπειτα από μία εβδομάδα απαρέγκλιτης παρακολούθησης των πολιτικών εξελίξεων.

Τηλεόραση βγαλμένη από την κόλαση: Προσωπικά αμφιβάλλω ότι αυτό το δημοψήφισμα ανανέωσε την «ψήφο εμπιστοσύνης» μας προς τη δημοκρατία, όμως είμαι απολύτως βέβαιη πως ενέτεινε τη δυσπιστία μας προς τους τηλεοπτικούς σταθμούς και στάθηκε αφορμή να στιγματιστούν αρκετοί δημοσιογράφοι και αναλυτές. Ο φανατισμός και η προσήλωση με την οποία υπηρέτησαν το «ναι» εξαντλησαν ακόμα και τους θιασώτες της ίδιας απάντησης. Δικαίως, καθώς η ρητορική της καταστροφής και του «αφανισμού» απλώς δημιούργησε επιπλέον πληγές στην ήδη λαβωμένη μας αξιοπρέπεια. Όσο για την επιφανειακή παρουσίαση της αντίθετης άποψης, το αποτέλεσμα ήταν να πυροδοτήσει υποψίες για ιδιοτελή και καθόλου εναρμονισμένα με το συλλογικό συμφέρον κίνητρα εκ μέρους των στελεχών. Όταν οι τηλεθεατές φτάνουν στο σημείο να παρέμβουν τηλεφωνικά, μόνο και μόνο για να δηλώσουν ότι δεν ταυτίζονται πια με κανέναν και οι δημοσιογράφοι κόβουν τις συνδέσεις μαζικά και με συνοπτικές διαδικασίες αντιλαμβάνεται κανείς, ότι μαζί με την αξιοπιστία της χώρας έχει διαβρωθεί και η ποιότητα της ενημέρωσης.

Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται: Τα κυβερνητικά στελέχη, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν παρέλειψαν να σχολιάσουν την παραπάνω κατάσταση και μάλιστα, χρησιμοποιώντας πολύ σκληρή γλώσσα. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι, ότι η μεροληπτική στάση των μέσων τούς εξυπηρέτησε, ειδικά όταν έφτανε η στιγμή να αποκαλύψουν τα σχέδιά τους στην περίπτωση καταψήφισης της συμφωνίας. Αντί να ανταποκριθούν σε αυτό το αίτημα, προτίμησαν να εξαντλήσουν τον τηλεοπτικό χρόνο εξαπολύοντας ύβρεις εναντίον των ιδιοκτητών των σταθμών και των εργαζομένων. Άλλοι πάλι, επέλεξαν να εγκαταλείψουν τα πλατό λίγα λεπτά μετά το «Καλησπέρα σας κυρίες και κύριοι», επειδή «θίχτηκαν» από τις μακροσκελείς ερωτήσεις…

Ο ελληνικός λαός έχει το λόγο: «Ναι» στην κάλπη δεν έριξαν μόνο οι τρομοκρατημένοι από την προπαγάνδα των μέσων πολίτες. Επίσης, δεν υπάρχουν Έλληνες που να μην αναγνωρίζουν ότι ένας συμβιβασμός με τους εταίρους συνεπάγεται επιπρόσθετη συρρίκνωση του εισοδήματος τους. Καταφατική ήταν η ετυμηγορία και αυτών των πολιτών που προβληματίζονται εξαιτίας των αλλεπάλληλων αποτυχημένων διαπραγματεύσεων και της ύπαρξης αντιευρωπαϊκών παραγόντων μέσα στην κυβέρνηση. Δεν είναι, επομένως, πρόθυμοι να εξακριβώσουν το μέγεθος της επιρροής αυτών των προσώπων ψηφίζοντας υπέρ του «όχι».

Από την άλλη πλευρά, την πρόταση δεν απέρριψαν μόνο οι Έλληνες που δεν εμπνέονται από το ιδεώδες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ή αυτοί που θεωρούν ότι για όλα ευθύνονται οι δανειστές. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει ενα μοναδικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι όλων των άλλων πολιτικών του αντιπάλων: Είναι ένα «άφθαρτο» πρόσωπο, που δεν κουβαλά αμαρτίες παρελθόντων θητειών και κάνει κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά: Δίνει την εντύπωση ότι αναζητά διαρκώς την έγκριση από τον ελληνικό λαό. Το δημοψήφισμα δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Την εβδομάδα που μας πέρασε απευθυνόταν σχεδόν καθημερινά στους έλληνες τηλεθεατές, γεγονός που τονώνει το ηθικό ενός λαού που νιώθει εντελώς αποσυνδεδεμένος από τους εκπροσώπους του εδώ και χρόνια. Νομίζω πως τα δύο αυτά χαρακτηριστικά αποτέλεσαν κίνητρο για πολλούς ψηφοφόρους να εμπιστευτούν την κυβέρνηση και να προσπεράσουν το γεγονός ότι ο λόγος του κ. Τσίπρα υπήρξε περισσότερο συναισθηματικός παρά τεκμηριωμένος και ενίοτε αντιφατικός.

Μαριάννα Λαζάρου είναι φοιτήτρια Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας.